Κωνσταντινούπολη, 1850
Κάπου στους υπονόμους
Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 1850
Το βάρος της αλήθειας είναι αβάσταχτο. Δεν ξέρω πλέον τι πρέπει να κάνω, τι είναι σωστό και τι δίκαιο. Γιατί αυτό το παιδί, έστω και μετά από τόσα χρόνια να μην γνωρίζει την αλήθεια. Θα μπορέσει να αντέξει τη σκληρή αυτή αποκάλυψη; Είναι φρόνιμο μήπως να ακολουθήσω τις επιθυμίες αυτών που πλέον είναι στην αυλή και τη φροντίδα του Ύψιστου; Ειλικρινά είμαι σε πολύ μεγάλο δίλλημα.
Στις επιστολές που είχα με τον καλό μου φίλο όταν ακόμα ήταν εν ζωή μου είχε πει ξεκάθαρα ότι δεν έχει κουράγιο να αντικρίσει το επικριτικό βλέμμα από το γιο του σε περίπτωση που το μάθαινε. Δεν κατάφερα ποτέ να καταλάβω την απόφασή του αυτή. Ίσως να προσπαθούσε να εξιλεωθεί από τα κρίματά του μπροστά στα μάτια του Κυρίου και για αυτό να έβαλε τον εαυτό του σε ένα τέτοιο σιωπηλό μαρτύριο. Αν και έχουν περάσει χρόνια από τότε που θα μπορούσα έστω να υποθέσω πώς θα ένιωθε ένας γονιός, θα πρέπει να είναι σκληρό να συγκρατείσαι για να μην αγκαλιάσεις το παιδί σου. Όμως πήρε την απόφασή του και την ακολούθησε μέχρι τέλους.
Η μοίρα όμως του έπαιξε άσχημο παιχνίδι. Είδε το παιδί να μεγαλώνει, να γίνεται ένας ενάρετος νέος, να αγαπάει το Θεό και τις γραφές αλλά και τον κόσμο και το πώς αυτός λειτουργεί και τα όμορφα πράγματα τα οποίο ο άνθρωπος καταφέρνει εκφράζοντας την αγάπη και την ομορφιά του Κυρίου. Δεν κατάφερε ποτέ να του πει πόσο υπερήφανος ένιωθε για αυτόν. Όλα αυτά θα τα άντεχε αν δε γινόταν αυτό που φοβόταν ότι θα γίνει ακόμα και αν είχε προειδοποιηθεί.
Θα τιμήσω την επιθυμία του φίλου μου και δε θα πω κάτι. Δεν είναι δικό μου χρέος.
Ο Nosferatu σηκώθηκε και με αργά βήματα προχώρησε προς την έξοδο. Η νύχτα ήταν νέα ακόμα και είχε πολλά πράγματα να διευθετήσει. Αρκετή ώρα αφιέρωσε σε όχι τόσο ουσιαστικά θέματα, αν σκεφτεί κανείς ότι είχαν περάσει 1000 χρόνια από τότε που έπαψε να κατακλύζεται από συναισθήματα που δεν του άρμοζαν. Όχι σε κάποιον της θέσης του.
Στο τραπέζι έμειναν το τετράδιο του ανοιχτό δίπλα από έναν πάκο γράμματα. Ένα παρέμενε ανοιχτό..
"...πριν καν καταλάβω ότι είχε φύγει βρέθηκα με ένα μωρό και ένα σημείωμα.
«Φεύγω. Ελπίζω να βρεις συγχώρεση για τον εαυτό σου. Εγώ δεν μπορώ να σε συγχωρέσω. Σε αγάπησα και εσύ με αγνόησες χωρίς καμία εξήγηση. Δεν θα το ξεχάσω αυτό. Πριν έρθει η μέρα που θα σε δεχτεί στην αγκαλιά σου ο Κύριος θα σε βρω και πάλι. Να προσέχεις το παιδί. Αντίο»
Και ήρθε, φίλε μου. Μυστήριοι οι τρόποι του Κυρίου. Μπορεί να με πρόδωσε τελείως η όρασή μου, μπορεί και να έχασα τα λογικά μου, αλλά δεν πέρασε μέρα από πάνω της. Ήταν ακριβώς όπως τη θυμόμουν.
Φίλε μου, αυτό είναι το αντίο. Ο Κύριος με περιμένει.
Αντίο αγαπημένε μου φίλε, είθε να τα πούμε στους ουρανούς,
Μεθόδιος"
Λονδίνο, 1887
"Συγχώρεσε με αγαπητέ μου.
Γιε μου.. Γιε μου ειλικρινά ζητώ τη συγχώρεσή σου. Δεν θα μπορούσα να έχω κάνει αλλιώς. Έπρεπε να ακούσω τη φωνή της μοίρας μου.
Δεν έμαθες ποτέ για αυτά. Οι γονείς σου ήταν αρκετά έξυπνοι να σε μεγαλώσουν με τα βρετανικά πρότυπα. Αν δεν το είχαν κάνει η αντιμετώπιση που θα σού 'λαχε θα ήταν αυτή ενός υποτακτικού και όχι απλώς ενός άντρα με ινδικές ρίζες."
Τα λόγια αυτά, αλλά και αυτά που θα ακολουθούσαν τα άκουγαν μόνο οι λερωμένοι τοίχοι, τα πεταμένα στο πάτωμα βιβλία και το πτώμα ενός νεαρού άντρα. Ενός νεαρού βρετανού με ινδικές ρίζες.
Το φως ενός κεριού ήταν ό,τι χρειαζόταν αυτή η φιγούρα για να βλέπει που θα πατήσει στο πάτωμα ώστε να μην αφήσει αποτυπώματα στο αίμα του άτυχου νέου. Η φιγούρα κάθισε στο πάτωμα, κοντά στο κεφάλι του άντρα.
Έβαλε το κεφάλι του στην αγκαλιά της και το χάιδεψε τρυφερά, σαν τη μάνα η οποία στέλνει το αναστατωμένο από άσχημα όνειρα παιδί της ξανά στις ζεστές αγκάλες του Ορφέα. Με το χέρι της χτένισε τα αναστατωμένα μαλλιά του νεκρού άντρα, "Έχεις μια τέτοια ομορφιά που δεν πρέπει να την κρύβεις", και ξεκίνησε να τραγουδάει.

Η φωνή της γέμισε το χώρο. Ένα όμορφο αλλά θλιμμένο τραγούδι. Ένας αποχαιρετισμός από το θάνατο, ένα κατευόδιο της μητέρας στο παιδί της. Χωρίς να σταματήσει το τραγούδι της η γυναίκα σκούπισε τα δάκρυά της από το πρόσωπο του νέου.
"Για ακόμα μια φορά συγγνώμη γιε μου. Όσες φορές και να ζητήσω τη συγχώρεσή σου δε θα είναι αρκετό. Όμως τώρα θα επανέλθεις στη σαμσάρα. Θα γεννηθείς και πάλι, πιο όμορφος, πιο δυνατός. Γιατί είσαι ενάρετος νέος. Οι Θεοί θα είναι καλοί μαζί σου.
Έπρεπε να το κάνω. Δεν πρόλαβα τον πατέρα σου. Οι θεοί τον πήραν πριν τον βρω. Και αυτό μου τρυπάει την καρδιά μου. Τώρα θα βασανίζεται για όλες τις επόμενες ζωές του. Δεν μπορούσα να το επιτρέψω αυτό και για σένα. Σε λύτρωσα. Σου έδωσα την ευκαιρία να μην βασανιστείς εσύ. Δεν έχετε καμία ευθύνη εσείς για τα λάθη των προγόνων μου. Αυτοί αποφάσισαν να μυήσουν μια γυναίκα, και μάλιστα μια όχι τόσο σημαντική γυναίκα, ενώ είναι απαγορευμένο. Καταραμένοι να είναι! Όλοι τους.!
Και έτσι, γιε μου, όμορφε γιε μου, έμεινα εγώ να δω το λάθος τους. Έμελε να είναι ο σκοπός μου, το dharma μου. Πρέπει να εξαλείψω τη μόλυνση που έχω επιφέρει.
Βλέπεις, γι' αυτό σου ζητάω τόσες φορές συγγνώμη. Δεν το κατάλαβα νωρίς τι έπρεπε να κάνω και έχω πολλούς απογόνους. Δεν το τελείωσα νωρίς. Συγχώρεσε με. Ελπίζω ότι και οι υπόλοιποι θα βρουν την καλοσύνη να με συγχωρέσουν στις νέες τους ζωές.
Πες ότι άκουσες και στις ξαδέρφες σου από την Αμερική, αν ποτέ τις δεις. Ζούσαν κάποτε στη Βαλτιμόρη."
Η γυναίκα ακούμπησε απαλά το κεφάλι του νεαρού στο πάτωμα. Έσκυψε και τον φίλησε. Έβγαλε δύο ασημένια νομίσματα από την τσάντα της και τα έβαλε στην τσέπη του νεαρού.
"Για τον ψυχοπομπό, γιε μου. Καλό σου ταξίδι. Εύχομαι να σε ξαναδώ στην επόμενη ζωή μας. Καληνύχτα"
Η γυναίκα βγήκε στο δρόμο. Το ξημέρωμα έφτανε. Κοίταξε το χαρτί στο χέρι της. Είχε ακόμα ένα παιδί σε αυτήν την πόλη. Όμως έπρεπε να λάβει εξιλέωση για ό,τι έκανε. Είχε χρόνο μπροστά της. Σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα μάτια της προχώρησε.
Η φλόγα τρεμόπαιξε στο κερί και με ένα τελευταίο τρέμουλο έσβησε, αφήνοντας το δωμάτιο μέσα στο τρομακτικό ημισκόταδο του ξημερώματος.

Είμαι πολύ χαρούμενη. Επιτέλους θα πάω να δω τον μπαμπά μου. Η μαμά μου προχθες ήρθε και μου είπε ότι κατάφερε να μαζέψει αρκετά χρήματα για να αγοράσει δύο εισητήρια με το τρένο για να πάμε στο Παρίσι. Μετά θα πάρουμε μια άμαξα με δύο πολύ όμορφα άλογα για να πάμε στο Calais, γιατί το τρένο δε φτάνει μέχρι εκεί.
Μετά θα πάρουμε πλοίο για να περάσουμε τη θάλασσα, γιατί η Αγγλία είναι νησί. Φοβάμαι. Δεν έχω ανέβει ποτέ σε πλοίο. Αν έχει κύμματα; Θα κουνάει; Όμως η μαμά μου είπε ότι δεν πρέπει να φοβάμαι γιατι ακόμα και αν κουνάει είναι μικρό ταξίδι. Μετά θα φτάσουμε στο Dover και από εκεί θα πάρουμε ακόμα ένα τρένο για να πάμε στο Λονδίνο. Εκεί είναι ο μπαμπάς μου.
Δεν τον έχω γνωρίσει γιατι έπρεπε να πάει στο Λονδίνο πριν γεννηθώ για να γίνει γιατρός και να σώζει ζωές. Ο μπαμπάς μου είναι πολύ καλός άνθρωπός. Δεν φοβάται αρρώστιες και τέτοια. Κάνει τον κόσμο καλά. Η μαμά μου πολλές φορές κλαίει όταν μιλάει για αυτόν αλλά εγώ τη μαλώνω γιατί της λέω πως θα πρέπει να το λέει και να χαμογελάει γιατί ο μπαμπάς μου διάλεξε το δύσκολο για να βοηθάει τον κόσμο. Η μαμά λέει ότι ο μπαμπάς μάλλον δε παίρνει τα γράμματά μου γιατί όποτε έρχεται γράμμα από αυτόν η μαμά μου μού διαβάζει ότι τα ταχυδρομία στην Αγγλία δεν είναι τόσο καλά. Να φανταστείς αγαπητό μου ημερολόγιο το τελευταίο μου γράμμα είπε ο μπαμπάς ότι το έλαβε σκισμένο και δεν μπορούσε να διαβάσει τίποτα άλλο παρά το "Μπαμπάκα μου" που είχα πει στη μαμά να γράψει. Όμως τώρα θα του πω τα πάντα από κοντά. Μου είναι δύσκολο να γράφω. Είμαι σίγουρη ότι κάνω πολλά ορθογραφικά λάθη αλλά δεν πάω σε κανονικό σχολείο. Τα κορίτσια εδώ έχουν δάσκαλο στο σπίτι και αυτός που έχω δε μου αρέσει. Ο μπαμπάς μου θα μου μάθει να γράφω καλά. Ο μπαμπάς μου θα με πάρει αγκαλιά και θα με πάει βόλτες στα πάρκα του Λονδίνου. Ϊσως να με πάει να δω και το παλάτι. Έχουμε και εδώ παλάτι αλλά στο Λονδίνο θα είναι πιο ωραίο γιατί είναι και ο μπαμπάς μου εκεί.
Τώρα σε αφήνω γιατί πρέπει να κλείσω την τσάντα μου. Σε δύο ώρες πρέπει να είμαστε στο σταθμό του τρένου.
Αντίο, θα σου γράψω και στο ταξίδι για τα όμορφα τοπία που θα δω. Έχουμε μέρες μπροστά μας. Γεια σου.