Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2008

Γέφυρες

Βερολίνο, 1935
Στον πύργο

"Δεν είναι δυνατόν να μου έχουν ξεφύγει στοιχεία. Αυτός ο ιστός είναι άχρηστος!! Δεν γνωρίζω να υπάρχει κάτι άλλο που να μπορώ να κάνω. Δε βλέπω να υπάρχει.!"

Ανάμεσα από στοίβες βιβλίων ο Mathias κινήθηκε προς τη βιβλιοθήκη. Ίσως να υπήρχε κάποιος τόμος ακόμα που να μην τον είχε δει πριν. Ίσως η σκόνη να τον οδήγησε λάθος. Ήξερε αλλά δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι δεν υπήρχαν άλλα στοιχεία. Δεν έμεινε ευχαριστημένος όμως από όσα βρήκε και το μόνο που του ήταν εύκολο ήταν να θεωρήσει πως χρειάζεται και άλλη προσπάθεια. Αυτή τη στάση είχε όλη του τη ζωή. Από κάποιους θα μπορούσε να θεωρηθεί καταναγκασμός ή υπερβολή μια τόσο αυστηρή στάση, τόσο σφιχτή, χωρίς περιθώρια για λάθη ή παραλείψεις. Για τον ίδιο όμως ήταν απλά συνέπεια και αφοσίωση στους σκοπούς του. Ο πόλεμος τον βοήθησε να αναπτύξει αυτή του την πτυχή. Οι εντολές ακολουθούνταν κατά γράμμα. Η πειθαρχεία τον κράτησε ζωντανό. Η καταγραφή, η ταξινόμηση, η επιμονή τον έφεραν στη Νύχτα. Έπρεπε να φέρει το όποιο έργο του ανέθεταν εις πέρας και στην εντέλεια. Όχι μόνο για το καλό της πατριάς του, αλλά και γιατί δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι λιγότερο από το τέλειο.

Όμως αυτή του η εμμονή δεν τον άφηνε να δει και να ασχοληθεί με τα όσα συνέβαιναν μέσα στο κάστρο των Tremere. Του είπαν ότι δεν τον αφορά ακόμα και αυτό του αρκούσε. Η υπακοή και η καλή θέληση θα απέφερε καρπούς στο μέλλον. Κι όμως δεν μπορούσε να αγνοήσει ότι την είδε έξω από τον πύργο.
Δεν μπορεί να ήταν τυχαία εκεί. Με κάποιον θα είχε μια συνάντηση.
Αλλά από όλα τα μέλη της Κοινωνίας του Βερολίνου ήταν η τελευταία που θα περίμενε να δει τόσο κοντά στην επικράτεια των Tremere.
Ήταν ο Ldesku που συνάντησε;
Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος μιας και την είδε μόνη.

"Υπομονή Mathias. Υπομονή. Η υπακοή θα επιφέρει καρπούς. Πρέπει να αυξήσω τη μάζα αυτού του δείγματος."


Βερολίνο, 1935
Σε κάποιο δρόμο μέσα στην πόλη

Το καθήκον που της είχε ανατεθεί την έκανε να βαριέται, όμως ήξερε ότι ήταν στα πλαίσια του να είσαι τέκνο κάποιου. Πράγματα που θα έκανες για εσένα πρέπει να τα κάνεις και για το γεννήτορα σου. Μόρφασε προς στιγμή αλλά θυμήθηκε ότι κατά βάθος είναι ευγνώμων στη Δαλιδά. Της χρωστάει αρκετά. Πρώτα πρώτα αυτή τη νέα ύπαρξη. Δεν είναι σε θέση να μπορεί να εκμεταλλευτεί όλα τα προτερήματα της νύχτας ακόμα, αλλά κατάφερε να βγει από την ανία της καθημερινότητας. Είναι πιο όμορφη τώρα.. Και η νύχτα αλλά και αυτή. Ένα χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη της νεαρής γαλλίδας. Όχι τόσο ευτυχίας ή γαλήνης όσο συνειδητοποίησης. Συνειδητοποιούσε όχι τι είναι ικανή να κάνει, αλλά πού είναι ικανή να φτάσει. Πώς πλέον μπορεί να ερωτεύεται το ωραίο και πώς να κάνει το ωραίο να την ποθεί. Και το Βερολίνο θα μπορούσε να γίνει μια πολύ ωραία πόλη. Όμως δεν έπαυαν να την ενοχλούν πράγματα. Όπως η παρουσία αυτού του δούλου. Όποιο όνομα ή τίτλο να του έδωσε η Δαλιδά στα μάτια της νεαρής Alice, ο Anton παρέμενα ένα υποδουλωμένο όν το οποίο μάλιστα δεν είχε καν ελπίδα απελευθέρωσης ή την επιθυμία εξέγερσης.

«Anton σε παρακαλώ, περίμενε εδώ λίγο. Θέλω να περπατήσω λίγο αυτή τη γειτονιά μόνη.»

«Πιστεύετε ότι είναι ασφαλές, mademoiselle; Μήπως θα ήταν καλύτερο να έρθω μαζί σας; Θα είμαι πολύ διακριτικός.»

«Αγαπητέ μου φίλε, μπορεί να μην ξέρω πού μου πάνε τα τέσσερα, αλλά απ’ όσο μπορώ να καταλάβω είναι μία απλή γειτονιά. Ακόμα και αν είμαι νεαρή δεν παύει να ισχύει το γεγονός ότι έχω ανέβει στην τροφική αλυσίδα, άρα ακόμα και αν κινδυνεύσω θα καταφέρω να σε βρω για να με σώσεις και να νιώσεις σημαντικός στα μάτια της.» και λέγοντας αυτά ένα υστερικό γέλιο ήχησε στα στενά του Βερολίνου. Η ανία της βραδιάς της βγήκε χωρίς να το θέλει σε κακία. Ψάχνοντας καταφύγιο, έπρεπε να ανεχτεί και τις πονηριές των θνητών για να πουλήσουν, που τώρα τόσο εύκολα αντιλαμβανόταν, αλλά και τόσο γρήγορα βαριόταν. Όλη αυτή η ανία την έκανε να βγάλει μια μνησικακία στον συμπαθή κατά τα’ άλλα συνοδό της.

Είναι παρορμήσεις. Δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος. Με έχουν ενοχλήσει απλά όλα αυτά που συμβαίνουν. Με ενοχλεί που τον έχει υποχείριο της.. και είναι τόσο όμορφος- αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Γιατί ενώ η δυσαρέσκειά μου είναι με αυτή γιατί εκτονώνομαι σε κατώτερους; Πώς ξαφνικά βλέπω τους θνητούς πρόβατα; Και τι θέλουν τώρα αυτοί;

«Καλησπέρα σας, frauleine

Ας πάω καλύτερα προς τα πίσω. Alice περπάτα!!! «Καλησπέρα»

«Μήπως θα μπορούσαμε να σας απασχολήσουμε για λίγο;»

«Θα προτιμούσα όχι.» Δε μου αρέσει αυτό το χαμόγελο. Δεν ξέρω τι κρύβει αλλά σίγουρα κρύβει κάτι. Η νεαρή αν και τα τελευταία χρόνια της θνητής της ζωής αλλά και όσα ήταν στο κόσμο της νύχτας κατά κύριο λόγω παρατηρούσε, ανέλυε μοτίβα και κίνητρα, τώρα δεν κατάφερνε να δει τις προθέσεις των κυρίων, και μόνο στην αγωνία που την κυρίευε μπορούσε να αποδώσει την ανεπάρκεια αντίληψης.

«Παρακαλώ, μην απομακρύνεστε. Ζητούμε τη συνεργασία σας. Το να μας την αρνηθείτε θα οδηγήσει μόνο στο να την απαιτήσουμε.»

«Δεν είμαι υποχρεωμένη να σας βοηθήσω. Δεν είμαι πολίτης αυτής της χώρας.» ΤΡΕΧΑ!!

«Ούτε και καμίας άλλης όμως..»

Τα μάτια της κόντεψαν να βγουν από τις κόγχες τους. Το υπονοούμενο της φράσης του, ανοιχτό βιβλίο στα αυτιά της, πάγωσε το αίμα της.
«Antooooooooooooooooooooooooooon!! Τρέχαααα!!» και η ίδια έβαλε όλα όσα προσπάθησε να της μάθει η Δαλιδά σε εφαρμογή, όμως μάταια. Σταμάτησε.
«Αφήστε με ήσυχη. Δεν έχετε να κερδίσετε τίποτα από εμένα.» με μία περίσσια αυταρχισμού να πλημμυρίζει κάθε λέξη. Η ομορφιά της γέμιζε το χώρο και το βλέμμα θα μαγνήτιζε όποιον και αν βρισκόταν εκεί. Έχω την προσοχή τους μέχρι να έρθει ο Anton.

«Και όμως, frauleine, έχουμε πολλά να κερδίσουμε από εσάς. Οποιονδήποτε άλλον θα τον ψάξουν παραπάνω απ’ όσο θα θέλαμε. Για αυτό σταματήστε ότι είναι αυτό που κάνετε!»
Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα λεπτά πάγωσε. Ψέλλισε ένα «Πως;!» και μετά η κραυγή της η οποία πνίχτηκε ήταν το τελευταίο που ακούστηκε.
«Έρχεται και ο άλλος. Ετοιμαστείτε.!»



Βερολίνο, 1932

Στον περίβολο κάποιου σπιτιού στα προάστια

Η γυναίκα άρχισε να τρέχει. Έπρεπε να ξεφύγει. Δεν ήταν εχθρός τους αλλά ήταν επικίνδυνοι. Έτρεχε για να ειδοποιήσει για τα σχέδια τους. Τουλάχιστον το να γνωρίζουν όλες τις πιθανότητες και τα ενδεχόμενα θα τους έδινε ένα προβάδισμα. Αν αυτό που βρισκόταν ακόμα στα σκαριά γινόταν πραγματικότητα τότε το κακό που θα γινόταν θα ξεκίναγε από το Βερολίνο αλλά δε θα σταμάταγε εκεί σε καμία περίπτωση. Όλος ο κόσμος θα πλήρωνε για τα λάθη ή τις φιλοδοξίες, λογικές ή παράλογες, κάποιων ατόμων. Αυτοί δεν ήθελαν να το κάνει.

Οι δύο άντρες βγήκαν στον περίβολο του σπιτιού. Η γυναίκα δεν φαινόταν αρχικά πουθενά. Δεν άργησαν να τη δουν στο σκοτάδι ή να την ακούσουν τα ποδοβολητά από το τρέξιμό της ακόμα και αν ήταν πολλά μέτρα μακριά. Δεν μπορούσαν να της επιτρέψουν να φτάσει στον προορισμό της. Οι επιπτώσεις θα ήταν τρομακτικές. Κανείς δεν έπρεπε να μάθει αυτό το οποίο ήθελαν να επιτύχουν. Ο ένας από τους δύο τουλάχιστον. Ο ένας έτρεχε για να την σκοτώσει, ο άλλος για να τη σώσει και απλά να την κάνει να ξεχάσει. Ο πρώτος μέσα στην μανία του δεν κατάλαβε ότι ακόμα ένα άτομο βγήκε από το σπίτι τρέχοντας προς το μέρος τους για να βοηθήσει την κοπέλα. Ο δεύτερος αντιλήφθηκε την παρουσία του. Είδε το κοινό που τους συνέδεε. Δεν του δινόταν περιθώριο για να ικανοποιήσει τις ιδέες του περί σεβασμού της μοναδικότητας των πλασμάτων, υπερφυσικών ή μη. Έπρεπε να σκεφτεί τον τρόπο για να μειώσει τις απώλειες. Κάποιος θα πέθαινε σήμερα. Το θέμα ήταν ποιος και με ποιον τρόπο. Και αν ήταν τυχερός θα έβρισκε έναν τρόπο για να αποκτήσει έναν ακόμα σύμμαχο. Ίσως δύο.

Ο νεαρός βγήκε από το σπίτι. Αν και ο χειμώνας έφτανε ο ιδρώτας είχε λούσει το νέο ο οποίος έτρεχε σαν τρελός για να σώσει την αδερφή του ακόμα και αν ήταν σίγουρος ότι λίγα θα μπορούσε να κάνει ενάντια σε αυτό που έκανε την αδερφή του να τρέχει πανικόβλητη. Δεν μπορούσε να κάτσει άπραγος όμως. Ήταν ο πιο σημαντικός άνθρωπος στη ζωή του πλέον. Τους έβλεπε να έχουν φτάσει την κοπέλα. Η αδρεναλίνη τον έκανε να αντιδράσει ενστικτωδώς.
"ΜΗ! ΑΦΗΣΤΕ ΤΗΝ! ΣΚΟΤΩΣΤΕ ΕΜΕΝΑ!"

Οι άντρες γύρισαν και τον κοίταξαν. Η κοπέλα μισολιπόθυμη στηριζόταν στον κορμό ενός δέντρου. Ο τρόμος την είχε παραλύσει. Δεν είχε ιδέα τι ακριβώς είχε στο μυαλό του ο αδερφός της αλλά ό,τι κι αν φανταζόταν δεν είχε την παραμικρή σχέση με αυτό που πραγματικά έγινε.

Δεν κατάφερε να δει τίποτα. Ο αδερφός της κατάφερε να ανταλλάξει τον εαυτό του με αυτή. Την έσωσε. Και αυτή ενημέρωσε τα σωστά άτομα. Με τι κόστος όμως; Ήταν εκεί. Στο ίδιο σημείο. Μερικές μέρες αργότερα. Το μόνο όμως που μπορούσε να δει, όπου και να κοίταγε, σε όποιο κόσμο και να κοίταγε ήταν είτε το απόλυτο τίποτα ή τα κομμάτια ενός σπασμένου καθρέφτη. Κομμάτια τα οποία έπρεπε να φροντίσει να βρουν τη γαλήνη τους.

Τρίτη 12 Αυγούστου 2008

Αμαρτίες γονέων

Κωνσταντινούπολη, 1850
Κάπου στους υπονόμους

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 1850

Το βάρος της αλήθειας είναι αβάσταχτο. Δεν ξέρω πλέον τι πρέπει να κάνω, τι είναι σωστό και τι δίκαιο. Γιατί αυτό το παιδί, έστω και μετά από τόσα χρόνια να μην γνωρίζει την αλήθεια. Θα μπορέσει να αντέξει τη σκληρή αυτή αποκάλυψη; Είναι φρόνιμο μήπως να ακολουθήσω τις επιθυμίες αυτών που πλέον είναι στην αυλή και τη φροντίδα του Ύψιστου; Ειλικρινά είμαι σε πολύ μεγάλο δίλλημα.

Στις επιστολές που είχα με τον καλό μου φίλο όταν ακόμα ήταν εν ζωή μου είχε πει ξεκάθαρα ότι δεν έχει κουράγιο να αντικρίσει το επικριτικό βλέμμα από το γιο του σε περίπτωση που το μάθαινε. Δεν κατάφερα ποτέ να καταλάβω την απόφασή του αυτή. Ίσως να προσπαθούσε να εξιλεωθεί από τα κρίματά του μπροστά στα μάτια του Κυρίου και για αυτό να έβαλε τον εαυτό του σε ένα τέτοιο σιωπηλό μαρτύριο. Αν και έχουν περάσει χρόνια από τότε που θα μπορούσα έστω να υποθέσω πώς θα ένιωθε ένας γονιός, θα πρέπει να είναι σκληρό να συγκρατείσαι για να μην αγκαλιάσεις το παιδί σου. Όμως πήρε την απόφασή του και την ακολούθησε μέχρι τέλους.

Η μοίρα όμως του έπαιξε άσχημο παιχνίδι. Είδε το παιδί να μεγαλώνει, να γίνεται ένας ενάρετος νέος, να αγαπάει το Θεό και τις γραφές αλλά και τον κόσμο και το πώς αυτός λειτουργεί και τα όμορφα πράγματα τα οποίο ο άνθρωπος καταφέρνει εκφράζοντας την αγάπη και την ομορφιά του Κυρίου. Δεν κατάφερε ποτέ να του πει πόσο υπερήφανος ένιωθε για αυτόν. Όλα αυτά θα τα άντεχε αν δε γινόταν αυτό που φοβόταν ότι θα γίνει ακόμα και αν είχε προειδοποιηθεί.
Θα τιμήσω την επιθυμία του φίλου μου και δε θα πω κάτι. Δεν είναι δικό μου χρέος.

Ο Nosferatu σηκώθηκε και με αργά βήματα προχώρησε προς την έξοδο. Η νύχτα ήταν νέα ακόμα και είχε πολλά πράγματα να διευθετήσει. Αρκετή ώρα αφιέρωσε σε όχι τόσο ουσιαστικά θέματα, αν σκεφτεί κανείς ότι είχαν περάσει 1000 χρόνια από τότε που έπαψε να κατακλύζεται από συναισθήματα που δεν του άρμοζαν. Όχι σε κάποιον της θέσης του.

Στο τραπέζι έμειναν το τετράδιο του ανοιχτό δίπλα από έναν πάκο γράμματα. Ένα παρέμενε ανοιχτό..

"...πριν καν καταλάβω ότι είχε φύγει βρέθηκα με ένα μωρό και ένα σημείωμα.

«Φεύγω. Ελπίζω να βρεις συγχώρεση για τον εαυτό σου. Εγώ δεν μπορώ να σε συγχωρέσω. Σε αγάπησα και εσύ με αγνόησες χωρίς καμία εξήγηση. Δεν θα το ξεχάσω αυτό. Πριν έρθει η μέρα που θα σε δεχτεί στην αγκαλιά σου ο Κύριος θα σε βρω και πάλι. Να προσέχεις το παιδί. Αντίο»

Και ήρθε, φίλε μου. Μυστήριοι οι τρόποι του Κυρίου. Μπορεί να με πρόδωσε τελείως η όρασή μου, μπορεί και να έχασα τα λογικά μου, αλλά δεν πέρασε μέρα από πάνω της. Ήταν ακριβώς όπως τη θυμόμουν.

Φίλε μου, αυτό είναι το αντίο. Ο Κύριος με περιμένει.

Αντίο αγαπημένε μου φίλε, είθε να τα πούμε στους ουρανούς,

Μεθόδιος"



Λονδίνο, 1887


"Συγχώρεσε με αγαπητέ μου.
Γιε μου.. Γιε μου ειλικρινά ζητώ τη συγχώρεσή σου. Δεν θα μπορούσα να έχω κάνει αλλιώς. Έπρεπε να ακούσω τη φωνή της μοίρας μου.
Δεν έμαθες ποτέ για αυτά. Οι γονείς σου ήταν αρκετά έξυπνοι να σε μεγαλώσουν με τα βρετανικά πρότυπα. Αν δεν το είχαν κάνει η αντιμετώπιση που θα σού 'λαχε θα ήταν αυτή ενός υποτακτικού και όχι απλώς ενός άντρα με ινδικές ρίζες."

Τα λόγια αυτά, αλλά και αυτά που θα ακολουθούσαν τα άκουγαν μόνο οι λερωμένοι τοίχοι, τα πεταμένα στο πάτωμα βιβλία και το πτώμα ενός νεαρού άντρα. Ενός νεαρού βρετανού με ινδικές ρίζες.
Το φως ενός κεριού ήταν ό,τι χρειαζόταν αυτή η φιγούρα για να βλέπει που θα πατήσει στο πάτωμα ώστε να μην αφήσει αποτυπώματα στο αίμα του άτυχου νέου. Η φιγούρα κάθισε στο πάτωμα, κοντά στο κεφάλι του άντρα.

Έβαλε το κεφάλι του στην αγκαλιά της και το χάιδεψε τρυφερά, σαν τη μάνα η οποία στέλνει το αναστατωμένο από άσχημα όνειρα παιδί της ξανά στις ζεστές αγκάλες του Ορφέα. Με το χέρι της χτένισε τα αναστατωμένα μαλλιά του νεκρού άντρα, "Έχεις μια τέτοια ομορφιά που δεν πρέπει να την κρύβεις", και ξεκίνησε να τραγουδάει.

Η φωνή της γέμισε το χώρο. Ένα όμορφο αλλά θλιμμένο τραγούδι. Ένας αποχαιρετισμός από το θάνατο, ένα κατευόδιο της μητέρας στο παιδί της. Χωρίς να σταματήσει το τραγούδι της η γυναίκα σκούπισε τα δάκρυά της από το πρόσωπο του νέου.

"Για ακόμα μια φορά συγγνώμη γιε μου. Όσες φορές και να ζητήσω τη συγχώρεσή σου δε θα είναι αρκετό. Όμως τώρα θα επανέλθεις στη σαμσάρα. Θα γεννηθείς και πάλι, πιο όμορφος, πιο δυνατός. Γιατί είσαι ενάρετος νέος. Οι Θεοί θα είναι καλοί μαζί σου.
Έπρεπε να το κάνω. Δεν πρόλαβα τον πατέρα σου. Οι θεοί τον πήραν πριν τον βρω. Και αυτό μου τρυπάει την καρδιά μου. Τώρα θα βασανίζεται για όλες τις επόμενες ζωές του. Δεν μπορούσα να το επιτρέψω αυτό και για σένα. Σε λύτρωσα. Σου έδωσα την ευκαιρία να μην βασανιστείς εσύ. Δεν έχετε καμία ευθύνη εσείς για τα λάθη των προγόνων μου. Αυτοί αποφάσισαν να μυήσουν μια γυναίκα, και μάλιστα μια όχι τόσο σημαντική γυναίκα, ενώ είναι απαγορευμένο. Καταραμένοι να είναι! Όλοι τους.!
Και έτσι, γιε μου, όμορφε γιε μου, έμεινα εγώ να δω το λάθος τους. Έμελε να είναι ο σκοπός μου, το dharma μου. Πρέπει να εξαλείψω τη μόλυνση που έχω επιφέρει.
Βλέπεις, γι' αυτό σου ζητάω τόσες φορές συγγνώμη. Δεν το κατάλαβα νωρίς τι έπρεπε να κάνω και έχω πολλούς απογόνους. Δεν το τελείωσα νωρίς. Συγχώρεσε με. Ελπίζω ότι και οι υπόλοιποι θα βρουν την καλοσύνη να με συγχωρέσουν στις νέες τους ζωές.
Πες ότι άκουσες και στις ξαδέρφες σου από την Αμερική, αν ποτέ τις δεις. Ζούσαν κάποτε στη Βαλτιμόρη."

Η γυναίκα ακούμπησε απαλά το κεφάλι του νεαρού στο πάτωμα. Έσκυψε και τον φίλησε. Έβγαλε δύο ασημένια νομίσματα από την τσάντα της και τα έβαλε στην τσέπη του νεαρού.

"Για τον ψυχοπομπό, γιε μου. Καλό σου ταξίδι. Εύχομαι να σε ξαναδώ στην επόμενη ζωή μας. Καληνύχτα"

Η γυναίκα βγήκε στο δρόμο. Το ξημέρωμα έφτανε. Κοίταξε το χαρτί στο χέρι της. Είχε ακόμα ένα παιδί σε αυτήν την πόλη. Όμως έπρεπε να λάβει εξιλέωση για ό,τι έκανε. Είχε χρόνο μπροστά της. Σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα μάτια της προχώρησε.

Η φλόγα τρεμόπαιξε στο κερί και με ένα τελευταίο τρέμουλο έσβησε, αφήνοντας το δωμάτιο μέσα στο τρομακτικό ημισκόταδο του ξημερώματος.





Ρώμη, 1892

Αγαπητό μου ημερολόγιο,
Είμαι πολύ χαρούμενη. Επιτέλους θα πάω να δω τον μπαμπά μου. Η μαμά μου προχθες ήρθε και μου είπε ότι κατάφερε να μαζέψει αρκετά χρήματα για να αγοράσει δύο εισητήρια με το τρένο για να πάμε στο Παρίσι. Μετά θα πάρουμε μια άμαξα με δύο πολύ όμορφα άλογα για να πάμε στο Calais, γιατί το τρένο δε φτάνει μέχρι εκεί.
Μετά θα πάρουμε πλοίο για να περάσουμε τη θάλασσα, γιατί η Αγγλία είναι νησί. Φοβάμαι. Δεν έχω ανέβει ποτέ σε πλοίο. Αν έχει κύμματα; Θα κουνάει; Όμως η μαμά μου είπε ότι δεν πρέπει να φοβάμαι γιατι ακόμα και αν κουνάει είναι μικρό ταξίδι. Μετά θα φτάσουμε στο Dover και από εκεί θα πάρουμε ακόμα ένα τρένο για να πάμε στο Λονδίνο. Εκεί είναι ο μπαμπάς μου.
Δεν τον έχω γνωρίσει γιατι έπρεπε να πάει στο Λονδίνο πριν γεννηθώ για να γίνει γιατρός και να σώζει ζωές. Ο μπαμπάς μου είναι πολύ καλός άνθρωπός. Δεν φοβάται αρρώστιες και τέτοια. Κάνει τον κόσμο καλά. Η μαμά μου πολλές φορές κλαίει όταν μιλάει για αυτόν αλλά εγώ τη μαλώνω γιατί της λέω πως θα πρέπει να το λέει και να χαμογελάει γιατί ο μπαμπάς μου διάλεξε το δύσκολο για να βοηθάει τον κόσμο. Η μαμά λέει ότι ο μπαμπάς μάλλον δε παίρνει τα γράμματά μου γιατί όποτε έρχεται γράμμα από αυτόν η μαμά μου μού διαβάζει ότι τα ταχυδρομία στην Αγγλία δεν είναι τόσο καλά. Να φανταστείς αγαπητό μου ημερολόγιο το τελευταίο μου γράμμα είπε ο μπαμπάς ότι το έλαβε σκισμένο και δεν μπορούσε να διαβάσει τίποτα άλλο παρά το "Μπαμπάκα μου" που είχα πει στη μαμά να γράψει. Όμως τώρα θα του πω τα πάντα από κοντά. Μου είναι δύσκολο να γράφω. Είμαι σίγουρη ότι κάνω πολλά ορθογραφικά λάθη αλλά δεν πάω σε κανονικό σχολείο. Τα κορίτσια εδώ έχουν δάσκαλο στο σπίτι και αυτός που έχω δε μου αρέσει. Ο μπαμπάς μου θα μου μάθει να γράφω καλά. Ο μπαμπάς μου θα με πάρει αγκαλιά και θα με πάει βόλτες στα πάρκα του Λονδίνου. Ϊσως να με πάει να δω και το παλάτι. Έχουμε και εδώ παλάτι αλλά στο Λονδίνο θα είναι πιο ωραίο γιατί είναι και ο μπαμπάς μου εκεί.
Τώρα σε αφήνω γιατί πρέπει να κλείσω την τσάντα μου. Σε δύο ώρες πρέπει να είμαστε στο σταθμό του τρένου.

Αντίο, θα σου γράψω και στο ταξίδι για τα όμορφα τοπία που θα δω. Έχουμε μέρες μπροστά μας. Γεια σου.

Τρίτη 8 Ιουλίου 2008

Εκεί που η Δύση θα χωριστεί από την Ανατολή

Βερολίνο.
1944.

Μια πόλη στο κέντρο του κόσμου.
Όλοι έχουν το βλέμμα τους στραμμένο στην πρωτεύουσα της Γερμανίας.
Άλλοι για να ακολουθήσουν την επόμενη εντολή του Φύρερ, άλλοι προσμονώντας την καταστροφή του. Η μεγαλύτερη σύρραξη της ανθρωπότητας έχει χωρίσει τον κόσμο στα δύο.
Αυτό δε θα μπορούσε να μην επηρρεάσει και τα πλάσματα που ζούν κάτω από το λεπτό μανδύα της Νύχτας.

Οι θνητοί λένε ότι η οικογένεια είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας και ό,τι γίνεται στην κοινωνίας επηρεάζει και την οικογένεια. Το ίδιο συμβαίνει και στην κοινωνία των ανίερων πλασμάτων της νύχτας. Στην πόλη του Βερολίνου η κοινωνία των ομόαιμων θα ακολουθήσει τα γεγονότα και θα χωριστεί στα δύο. Όπως ο κόσμος.

Τα αρπακτικά μπορεί να υπερέχουν των προβάτων. Μπορούν να χειραγωγήσουν τους θνητούς, να εκμεταλλευτούν μέχρι και την τελευταία σταγόνα αξιοπρέπειας ενός θνητού. Μπορούν να ξυπνήσουν τα πάθη τους αλλά και τα πιο ζωώδη ένστικτά τους. Είναι σε θέση ακόμα να καθορίζουν τύχες εθνών και να γνωρίζουν τα πιο καλά φυλαγμένα μυστικά αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν παρά να προσαρμόζονται στις αλλαγές των καιρών τις οποίες οι θνητές κοινωνίες επιλέγουν και επιβάλλουν.
Έτσι η πολύ καλά φυλαγμένη από τη Μεταμφίεση κοινωνία των Ομόαιμων της Ευρώπης ακολουθεί μοιραία την αντίδραση των θνητών και στρέφει το βλέμμα της και την πορσοχή της στο Βερολίνο.


Ο κόσμος φαίνεται να χωρίζεται στα δύο αλλά σε δύο νέες παρατάξεις. Ο Πόλεμος φτάνει σε ένα τέλος, αλλά ένας άλλος πόλεμος αρχίζει. Ο Άξονας και οι Σύμμαχοι θα αντικατασταθούν.

Στην κοινωνία των βαμπίρ του Βερολίνου, η ανοχή στην απολυταρχία του Gustav Breidenstein έχει αρχίσει να ασθενεί με κύριο εκφραστή αυτής της δυσαρέσκειας το ίδιο του το Τέκνο, Wilhelm Waldburg.

Θα επαναληφθεί η ιστορία των θνητών στην κοινωνία των ομόαιμων; Θα αντικαταστήσουν οι δύο αντιμαχόμενοι Ventrue, τον Άξονα και τους Συμμάχους; Θα εκπροσωπήσουν τις νέες δύο αντιμαχόμενες πλευρές;

Η διαμάχη μεταξύ δύο γιγάντων έχει αρχίσει να διαφαίνεται στον ορίζοντα.
Και το Βερολίνο είναι το σημείο απ' όπου θα περάσει το πύρινο σύνορο. Ένα σύνορο που θα χωρίσει τον κόσμο.
Και ο ψυχρός πόλεμος αρχίζει.


Βερολίνο.
1935.
...