Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2009

They see us. They hear us. They can feel us, call us.

25 χιλιόμετρα έξω από το Βερολίνο
σε ένα ξέφωτο δίπλα στο ποτάμι

Ο πόλεμος μαίνεται σε όλο τον κόσμο και εγώ είμαι εδώ, μετά από τόσους αιώνες και γελάω. Γελάω όπως γέλασα και τότε όταν τα αδέρφια μου πίστεψαν ότι μπορούν να με αγγίξουν. Να με μεταχειρισθούν και να με κάνουν να πράττω για τα δικά τους οφέλη. Ανόητοι! Και σαν και τα αδέρφια μου κάποτε, έτσι και οι θνητοί σήμερα πιστεύουν ότι μπορούν με τις αποφάσεις τους να επηρεάσουν τη ζωή σε αυτόν τον κόσμο. Αφελείς!

-Έφτασε εδώ ένα παιδί που μας νιώθει, φίλοι μου. Νιώθει την παρουσία μας, τις φιλονικίες μας, τις νύχτες διασκέδασης μα και ατελείωτων συζητήσεων. Είναι ένα ξεχωριστό πλάσμα, όπως όλοι μας άλλωστε εδώ, και αποζητά την παρέα μας. Όμως αυτά αργότερα. Πείτε μου, παρακολουθήσατε τη μονομαχία που έλαβε χώρα λίγο πιο μακριά από εδώ;

-Μα ναι! εμένα με διασκέδασε τα μέγιστα. είχε μια αίγλη άλλων εποχών και άλλων αξιών. Και με εξέπληξε ευχάριστα που ο αγαπητός μου Breidenstein προσήλθε στο χώρο της μονομαχίας.

-Θα συμφωνήσω. εξαιρετικές επιδόσεις. Ο νεαρός Ventrue άντεξε περισσότερο απ' όσο θα μπορούσα να φανταστώ και πολέμησε επάξια.

-Φίλοι μου, δυστυχώς δεν κατάφερα να παρακολουθήσω. Πώς εξελίχθηκαν εν τέλει οι μονομαχίες;

-Μετά χαράς να σας περιγράψω. Θα σας λοιπόν μια ιστορία.

Η Καμαρίλα και το Σαμπάτ.
Μαγεία και Εξουσία - Άβυσσος και Ευγένεια.

Να είμαι ειλικρινής αυτή ήταν η πιο συνεπής μάχη. Δεν ξέρω για εσάς, αγαπητοί φίλοι, αλλά εμένα μου ήταν προφανές ότι θα αγνοούσαν τον νεαρό, μελαχρινό, όμορφο Lassombra. Συγγνώμη για τα προσωπικά σχόλια αλλά θεωρώ ότι πρέπει κάποια πράγματα να επισημαίνονται. Είναι πάγια τακτική των Καμαριλικών, και ειδικότερα των πυλώνων αυτής, δηλαδή των Ventrue και των Tremere, να θεωρούν μεγαλύτερο και πιο επικίνδυνο εχθρό τους tzimisce. Όχι ότι ο Βοεβόδας ήταν εύκολος αντίπαλος, αλλά φέρθηκαν λες και ο νεαρός Lassombra δεν ήταν άξιος λόγου. Απ' ό,τι μαθαίνω ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς πολεμιστές και τοποτηρητές της γειτονικής πόλης, που είχε την ατυχία να χρωστάει χάρη στα τέκνα του Lucius, και έτσι ενεπλάκη σε αυτή τη σειρά μονομαχιών. Έτσι ανενόχλητος για αρκετή ώρα κατάφερε να δράσει και να καθυστερήσει τους αντιπάλους του, το νεαρό Ventrue τέκνο του Waldburg και τον Tremere που βοηθάει στο θέλημα του Shrekt. Αυτοί οι tremere είναι το κάτι άλλο. Πόσο θεατρικός ήταν όταν πέταξε το νεκρό ρόδο στα πόδια του Βοεβόδα για να τον αποτρέψει να έχει όλα τα οφέλη του Αίματός του. Όμως αυτό θα είναι πάντα το μεγάλο πρόβλημα αυτής της οικογένειας. Δεν έλαβαν το σκοτεινό δώρο του Κάιν και πάντα θα καταφεύγουν σε εντυπωσιακούς, αλλά χυδαίους, για κάποιους, τρόπους να επιτυγχάνουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Στην προκειμένη περίπτωση λειτούργησε. Δεν μπορώ να ξέρω πώς ακριβώς λειτούργησε αυτή η κίνηση του, αλλά κατέληξε στον Τελικό Θάνατο του Βοεβόδα. Όχι όμως πριν αυτός επιφέρει μερικά θανάσιμα πλήγματα στα σώματα των αντιπάλων του, αλλά και την υπερηφάνεια τους. Φαίνεται πως ο αδερφός του στο Αίμα του δίδαξε μερικά κόλπα. Ο αέρας πάγωσε στην παρουσία του και τα έγκατα της γης αναδύθηκαν στο πλευρό του. Όμως τίποτα σαν τα μαγικά των tremere και την κρυφή δύναμη που βρίσκεται μέσα σε έναν νεαρό, απελπισμένο και διψασμένο για αναγνώριση βρικόλακα. Έτσι, με δυσκολία μεν, κατάφεραν να μετατρέψουν το τρίμετρο σώμα του Τέρατος σε στάχτες. Πλέον όμως, η αυτοπεποίθηση της Καμαρίλα αγνόησε τα σκοτεινά χαρίσματα του Lassombra και την πραγματική κυριαρχία τους πάνω στις σκιές, αφού και η ψυχή τους είναι αβυσσαλέα μαύρη.
Επικαλούμενος ότι δύναμη του είχε απομείνει με γρήγορες κινήσεις ακινητοποίησε το νεαρό Ventrue και στράφηκε προς το θανατηφόρο Tremere. Και θα τα κατάφερνε αν τα μάγια του αντιπάλου του δεν τον έριχναν στα νύχια του Κτήνους του. Αυτό έδωσε το χρόνο που ήθελε ο Tremere ώστε να ρίξει το τελειωτικό χτύπημα. Όμως όχι πριν δείξει ότι υποκύπτει στις πληγές του και να βρει και ο ίδιος τον Τελικό του Θάνατο.
Ακόμα δεν ξέρω τι θέλει ο Shrekt να καταφέρει με αυτό το μικρό παιχνιδάκι, αλλά η υπομονή είναι αρετή και εν καιρώ θα μάθουμε. Ναι, φίλοι μου, ο Tremere είναι ζωντανός και σώος. Μπορεί να μη πήραν τη σκοτεινή ευλογία του Πατέρα μας, αλλά σαν οικογένεια, οι δολοφόνοι του Saulot είναι ισχυροί και έχουν καταφέρει να κρατήσουν κάποιες από τις ικανότητές τους σα θνητοί Μάγοι και στην απέθαντη ύπαρξή τους.

Πάθος και Φόνος
Ίσως η πιο διασκεδαστική μάχη απ' όλες. Ο νεαρός Brujah ήταν αντιμέτωπος με την επίσης νεαρή Assamite. Ωραιότατη κοπέλα. Ικανή πολεμίστρια και άκρως θελκτική ύπαρξη. Ήταν μια μάχη μεταξύ ισάξιων αντιπάλων. Η Ασσαμίτισσα το διασκέδαζε πραγματικά. Χόρευε μαζί με τα φονικά νύχια του παθιασμένου Brujah. Δυστυχώς ο ίδιος δεν είχε την ίδια αντιμετώπιση με αυτή.
Σαφώς πιο προσηλωμένος στην έκβαση της μονομαχίας παρά στην ίδια τη μονομαχία τα χτυπήματά του ήταν γρήγορα και αποφασιστικά. Η Ασσαμίτισα με περίσσια χάρη απέφευγε τις επιθέσεις του και πάντα με ένα γέλιο τον χτύπαγε λίγο, ποτέ θανάσιμα. Θαρρώ πως η χρήση του θανατηφόρου αίματός της ήταν απλά μια επίδειξη ισχύος. Αλλά το τι νομίζω εγώ δεν έχει σημασία, τουλάχιστον για αυτή τη μάχη. Τα πέπλα της στροβιλίζονταν γύρω από το γεροδεμένο άντρα και το γάργαρο γέλιο της συνόδευε τα χτυπήματα των νυχιών του στο ξίφος της. Τόσο όμορφο. Αλίμονο όμως. Μια μικρή στιγμή απροσεξίας ήταν αρκετή ώστε να βρει τη σάρκα της το ένα καίριο χτύπημα του κυρίου από το Νέο Κόσμο. Το γέλιο της έσβησε καθώς οι στάχτες της απλώθηκαν στο έδαφος. Και ο Brujah, βαριά χτυπημένος εξέλαβε τα συγχαρητήρια των παρευρισκομένων.

Πεντάμορφοι και τέρατα
Αν είναι να μιλήσουμε για αίγλη άλλης εποχής, τότε η μονομαχία μεταξύ του Tzimisce Koldun και της αινιγματικής Gangrel είναι αναμφίβολα αυτό που ψάχνουμε. Ο Tzimisce κίνησε γη και ουρανό. Η Gangrel κράτησε το έδαφος σταθερό και τον ουρανό γαλήνιο. Ποιος από τους δύο είχε την κυριαρχία πάνω στη φύση και τα στοιχεία της; Το γυμνό σώμα της αποδείκνυε την υπεροχή της. Οι ικανότητες του γητευτή των στοιχείων όμως δεν ήταν αμελητέες. Με σθένος απέτρεψε τα δέντρα της περιοχής που κινούνταν να έρθουν στο πλευρό της. Πραγματικός άρχοντας των πλασμάτων της νύχτας σιγούρεψε τη συμμαχία τους, αλλά δεν ήταν μόνος του σε αυτό. Οι gangrel δεν παίρνουν ελαφρά τη καρδία τα κτήνη της νύχτας και τις δυνάμεις τους. Και όταν κατάλαβαν ότι με τις κοινές δυνάμεις ή με τις ιδιαίτερες ικανότητές τους δεν οδηγεί κάπου, άλλαξαν πορεία. Η γη τους δέχτηκε για να κλείσει τις πληγές τους και μετά από λίγο αναδύθηκαν ξανά και τα ξίφη ξεθηκαρώθηκαν. Τα όμορφα χαρακτηριστικά του Tzimisce σκλήρυναν και με μένος και πολεμικές ιαχές επιτέθηκε στην, κατά τα φαινόμενα, αφύλακτη Gangrel. Όμως, αν κάποιος είχε αμφιβολία για το ποιος ήταν ο κυρίαρχος αυτής της μονομαχίας θα ήταν απλά ανεγκέφαλος να πιστέψει ότι παρέμενε μια ίση μάχη. Η ικανότητα της γυμνής γυναίκας στο ξίφος ξεπερνιόταν μόνο από τις ικανότητές της στις δυνάμεις του αίματος. Ο ήχος το μετάλλων έσπαγε την ησυχία και τα χτυπήματα μεταξύ τους φώτιζαν το ξέφωτο του δάσους. Όταν αυτή θεώρησε ότι η τιμή του αντιπάλου της είχε ικανοποιηθεί έθεσε το τέλος. Οι δυνάμεις της ξεπερνούν τη φαντασία των κοινών απέθαντων. Το τρίτο μάτι του Saulot άνοιξε στο μέτωπό της και χρυσές φλόγες έντυσαν το ξίφος της. Έτσι με τη ρομφαία της, ανάγκασε τον αντίπαλό της να σαστίσει και μπήγοντας το φλεγόμενο, μεγαλοπρεπές ξίφος της στο έδαφος μίλησε για πρώτη φορά στη μάχη για να πει "Τέλος. Υποκύπτεις."

-Αλήθεια, γιατί μια τέτοια gangrel κατέχει τέτοιες δυνάμεις; Δε συνάδει σε καμία περίπτωση με την όλη στάση της..

-Άγνωστο αλλά ειλικρινά αξιοσημείωτο.

-Αυτά ήταν που έγιναν λοιπόν αγαπητή μου, μέχρι εκείνη τη στιγμή.

-Γιατί; Ακολούθησαν και άλλα;

-Ναι, αλλά είναι μια διαφορετική ιστορία η οποία θα ειπωθεί κάποια άλλη στιγμή.

-Μέχρι τότε ας συνεχίσουμε να κοιτάμε και σίγουρα θα μάθουμε.

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009

What lies beneath..

Βερολίνο, Δεκέμβριος 1939
κάπου στο δάσος του Grunewald

Δεν ήξερε πού ήταν και τι θα αντίκριζε όταν θα έβγαινε, αλλά έπρεπε να φύγει από εκείνο το καταραμμένο μέρος. Η ανακούφιση που γέμισε την παγωμένη της καρδιά βλέποντας ότι η νύχτα δεν πλησίαζε στο τέλος της δεν άργησε να αντικατασταθεί από πανικό.

Δάσος.
Απέραντο, κατασκότεινο δάσος. Έφυγε από τη Χάρυβδη για να πέσει στη Σκύλα.

Κοντοστάθηκε και κρύφτηκε πίσω από κάτι θάμνους για να σκεφτεί την επόμενη της κίνηση. Δεν είχε καμία αίσθηση του χρόνου. Δεν ήξερε πόσο καιρό ήταν εκεί μέσα. Πόσο καιρό είχε υποφέρει ό,τι ήταν αυτό που έπρεπε να υποφέρει. Η επιβίωσή της ήταν το μόνο που την κρατούσε ζωντανή. Δεν καταλάβαινε τι της συνέβη.

Γιατί; Πότε; Πώς; ήταν κάποια από τα ερωτήματα που γύριζαν στο κεφάλι της. Όμως όλα αυτά μπορούσαν να περιμένουν.

"Πού διάολο είμαι;" σκεφτόταν ξανά και ξανά. Ήξερε ότι έπρεπε να φύγει από εκεί, αλλά η σκέψη ότι έπρεπε να μπει σε ένα άγνωστο δάσος και να αντιμετωπίσει το δεύτερο χειρότερο εχθρό ενός βαμπίρ μετά τον ήλιο την έκανε να περιμένει.
"Αν είναι να με βρουν εδώ, θα με βρουν και αργότερα. Άθλια κτήνη, λυκάνθρωποι."

Και τότε τα πάντα πάγωσαν για αυτήν. Δεν ήξερε πού είναι αλλά το χειρότερο ήταν ότι δε θυμόταν και από πού ήρθε. Ήξερε ότι την άρπαξαν αλλά από πού; Το άγχος άρχιζε να την κατακλύζει.
Από την πόρτα δίπλα της άκουγε τους διώκτες της να πλησιάζουν.
"Εγώ εκεί μέσα δεν ξαναπάω" και ανακάλεσε ότι θάρρος της απέμεινε και χάθηκε μέσα στο δάσος.

Με κάθε αίσθησή της ενισχυμένη, όπως τη βοηθούσε το άιμα της, είχε πλήρη αντίληψη του περίγυρού της αλλά ποτέ δεν μπορούσε να είναι σίγουρη. Οι φρίκες που έζησε ήταν το μόνο που την έκανε να αγνοεί τον τρόμο της.

Δεν ήξερε που πήγαινε. Όχι μέσα σε εκείνο το δάσος μόνο, γενικά.
Κάτι μου έκαναν. Δε θυμάμαι τίποτα από το παρελθόν μου. Ψυχραιμία..!

Στο βάθος άκουσε ένα όχημα. Κοκκάλωσε στη θέση της. Αφουγκράστηκε ξανά. "Ναι. Σίγουρα είμαι σε κάποιο δρόμο κοντά." Κοίταξε προς εκείνη την κατεύθυνση και δεν άργησε να δει τα φώτα κάποιου οχήματος που έμοιαζε με φορτηγό στην άκρη του δάσους. Δεν ηρέμησε όμως.
"Ο δρόμος δε σημαίνει τίποτα ασφαλές."


Και τότε άκουσε το γρύλισμα που ήθελε να μην ακούσει. Όχι εκείνη τη νύχτα. Δεν ήταν σίγουρη ότι μπορούσε να το αντιμετωπίσει. Είχε τραβήξει τόσα αλλά δεν μπορούσε να ξέρει αν είναι στις δυνάμεις της να αντιμετωπίσει έναν λυκάνθρωπο.

"ΤΡΕΧΑ" ακούστηκε μια φωνή στο μυαλό της και το έκανε.
Έτρεχε όπως ποτέ δεν είχε κάνει. Δεν την ένοιαζε τι ήταν μπροστά. Μόνο τι ήταν πίσω της. Σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να πέσει.

Ό,τι και αν περίμενε να βρεί, αυτό δεν συμπεριλάμβανε μια πόλη στην άκρη ενός τόσο πυκνού δάσους και όσο και να την άγχωνε το γεγονός ότι δεν είχε την παραμικρή ιδέα πού ήταν, δεν μπορούσε παρά να ευγνωμονεί το ότι δεν ήταν πλέον μέσα στο δάσος. Συνέχισε να τρέχει μέχρι να μην βλέπει πια το δάσος. Στάθηκε στη γωνία ενός δρόμου και κοίταξε πίσω της. Το μεγαλόπρεπο κάστρο της πόλης την έκανε προς στιγμή να ξεχαστεί.

"Σκέψου. Θυμήσου!"
Ήξερε τι ήταν και ποια ήταν, αν και αμφισβητούσε ακόμα και αυτό πλέον. Ήξερε τις δυνάμεις της. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα όμως που να την όριζε. Ούτε πατριά, ούτε γεννήτορα, ούτε καταγωγή.
"Rene θυμήσου!!" μονολόγησε. Ή μήπως δε με λένε Rene.

Κοίταξε στο λιμνάζων νερό παραδίπλα ενώ το φεγγάρι έβγαινε πίσω από τα σύννεφα. Είδε το είδωλό της και ένα ουρλιαχτό έσπασε τη σιγαλιά της νύχτας.

Στραμμένη προς τον τοίχο, με το πρόσωπό της καλυμμένο με τις παλάμες της, άκουσε το νεαρό άντρα να την πλησιάζει. Βάζοντας το μαντήλι να καλύπτει τα πάντα πέρα από τα μάτια της τον κοίταξε διαπεραστικά.
Βαμπίρ!!!

Δεν είχε απαντήσεις να δώσει. Δεν ήθελε να ακούσει ερωτήσεις. Όχι ακόμα.

Και χωρίς δεύτερη σκέψη άρχισε να τρέχει. Δεν άκουσε καν τα λόγια του άντρα. Τρεις λέξεις ηχούσαν μόνο στο μυαλό της- Rene, Annes και Alice. Και δεν ήξερε καν σίγουρα ποιο είναι το δικό της όνομα.

Βερολίνο, Δεκέμβριος 1939
στους δρόμους, αργά τη νύχτα

Ο Peter περπατώντας στους δρόμους της πόλης που είχε αναλάβει την προστασία και την τάξη της αναθεμάτιζε. Έβριζε θεούς και δαίμονες. Καταριόταν τη μητέρα του πρώτη απ' όλους.
"Ανόητη, δειλή! Πώς μπόρεσε;"
Αυτός ο μονόλογος δεν βοηθούσε όμως. Δεν έδινε απαντήσεις ή λύσεις. Και υπήρχαν τώρα τόσες αθώες ψυχές που αγωνιούσαν μέρα με τη μέρα.
Ως πότε ο παπάς θα χαλιναγωγεί το Κτήνος του;

Ο βομβαρδισμός είχε φέρει μεγάλη αναστάτωση στους άμοιρους εβραίους που προσπάθησε να κρατήσει ασφαλείς αλλά αδυνατούσε να βοηθήσει το Θεοδωρο και το Theodor καθώς το χάος που προκλήθηκε δεν του άφηνε χρόνο. Η πόλη τώρα, πιο πολύ από ποτέ ήταν ξέφραγο αμπέλι και τώρα έπρεπε να αποδείξει ότι δεν ήταν ανίκανος.

Οι σκέψεις του κινούνταν για πολύ ώρα μεταξύ των πρώην εργατών του και τη δικαιοσύνη που άρμοζε στη μητέρα του και διακόπηκαν από την απρόσμενη κραυγή. Τρόμος ή απόγνωση; Δεν τον απασχολούσαν οι αφορμές. Μόνο οι αιτίες.

Κινήθηκε προς το μέρος που άκουσε την κραυγή. "Πού αλλού; Προς το δάσος!"

Άδειοι δρόμοι. Στο βάθος μια φιγούρα, στηριγμένη σε έναν τοίχο. Πλησίασε.

"Frauleine, είστε καλά;" φώναξε ο νεαρός Ventrue για να δηλώσει την παρουσία του.
Η γυναίκα άρχισε να τρέχει.
Η αγανάκτησή του καλύφθηκε από τα βήματά του καθώς άρχισε να τρέχει πίσω της. Μπορεί να μην κατείχε τέτοιες δυνάμεις, όμως είχε μάθει πλέον πότε κάποιος εξέταζε συγκεκριμένα πράγματα με τέτοιο τρόπο, όπως τον κοίταξε εκείνη η αινιγματική γυναίκα. Και το σουλούπι της κάτι του θύμιζε.

Έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, όμως εκείνη του ξέφυγε.

Η απογοήτευσή του ήταν έκδηλη.
Ας είναι. Μια άλλη νύχτα.

Και χάθηκε μέσα στη σιωπή της νύχτας.
Μια σιωπή που μόνο οι περίπολοι των Ες- Ες διέκοπταν.

Κυριακή 15 Μαρτίου 2009

Listen to the silence; war is coming..

Αύγουστος 1939 Τρίτη 00:15
κάπου στο Βερολίνο …

…Ναι είναι όλο και πιο έκδηλο το συναίσθημα ανασφάλειας, φόβου και τρομοκρατίας σε κάθε δρόμο του Βερολίνου. Όπου κι αν στρέψεις το μάτι σου θα συναντήσεις βία, θάνατο και απώλεια. Μίσος, οργή και μηδενική προοπτική… γηγενείς και ξένους πληθυσμούς ανίκανους να αντιδράσουν… δε μπορεί αυτό να είναι αποτέλεσμα της ικανότητας ενός ανθρώπου και μόνο ή έστω ενός κόμματος. Προφανώς και υπήρχε η βάση να καλλιεργηθούν τέτοια αισθήματα τυφλής υποταγής.. Εσείς είστε μέλος σε αυτό άλλωστε, λογικά θα το γνωρίζετε καλύτερα…

..Έφτασε από το Λονδίνο μια επίστολη με αρκετά ανησυχητικό περιέχομενο.Οι εντάσεις λέγεται ότι αυξάνονται βαθμιδωτά. Ένα κλίμα καλλιεργείται.. Σίγουρα οι καρποί αυτών των προσπαθειών και χρόνιων προετοιμασιών θα φανούν στο μέλλον- και πιστεύω στο άμεσο, ναι καλά ακούσατε. Κάτι ετοιμάζεται γύρω μας που τελικά δε ξέρω πόσο μπορεί να μας αφήσει αμέτοχους… Στην επιστολή υπάρχουν και ανησυχίες για την γείτονα χώρα, Αυστρία… Ναι, κάτι θα συμβεί εκεί και μάλιστα σύντομα… Μη με ρωτάτε αν είναι καλό ή κακό -δε γνωρίζω… γνωρίζω ότι θα είναι σίγουρα μόνο η αρχή……
..Ας ανανεώσουμε για αύριο, την ίδια ώρα.. ενημερώστε και τους κυρίους Weatherspoon, Θεόδωρο και De Vallet.


Σε κάποια πολη μιας χώρας στην Ευρώπη. Σε ένα σπίτι, ενός δρόμου, μέσα στη νύχτα.


Theodor,
τέκνο μου. Έμαθα για τα κατορθώματά σου στο Βερολίνο και θέλω να σου πω ότι είμαι υπερήφανη για εσένα. Έδειξες το σθένος και την ανδρεία του πολεμιστή αλλά και τη σοφία και το μεγαλείο του άρχοντα που κάθε μέλος της πατριάς μας έχει μέσα του. Ελπίζω κάποιο μέρος αυτών των ικανοτήτων σου να οφείλεται και στις διδαχές που σου παρείχα το διάστημα που ήμαστε μαζί. Θα με έκανε ιδιαίτερα χαρούμενη.
Τα νέα έφτασαν μέχρι το Λονδίνο, οπότε τα έμαθα και εγώ από τον Don Serro, και αυτό σημαίνει ότι εντυπωσίασες τον Ventrue άρχοντα του Βερολίνου, γεγονός ευτυχές και ανησυχητικό συνάμα. Η εκτίμηση αυτή θα φέρει και απαιτήσεις ίσως.
Χαίρομαι που η υπόθεση αυτή έκλεισε γιατί για εμένα έχει ανοίξει μια άλλη. Πιστεύω ότι θα απασχολήσει και την πόλη που βρίσκεσαι τώρα αρκετά σύντομα. Έτσι, παρά την επιθυμία μου να μην σε επιβαρύνω άλλο με δικά μου καπρίτσια φοβάμαι ότι θα πρέπει να βασιστούμε ο ένας στις πληροφορίες του άλλου για να φτάσουμε στην άκρη και αυτού του νήματος. Αυτές τις νύχτες ο άνεμος με έχει φέρει στο Κάιρο. Η δύναμη αυτού του τόπου αν μη τι άλλο πηγάζει από τις έντονες μνήμες σε αντικείμενα λατρείας πολλών πολιτισμών. Οι πυραμίδες, οι εβραίοι, ο Μωυσής με τις πλάκες των Εντολών. Και νομίζω ότι το κόμμα της εξουσίας της Γερμανίας απλώνει ένα χέρι προς τέτοιους "θρύλους" για να εδραιώσει την κατ' αυτούς αξία της Αρείας φυλής.
Εύχομαι όλα αυτά να είναι προϊόντα της φαντασίας μου αλλά κάθε σταγόνα του αίματός μου με κάνει να ετοιμάζομαι για έναν πόλεμο. Το νιώθω κάθε νύχτα. Επομένως κάθε αντικείμενο δύναμης και κύρους είναι στόχος τους. Και αργά η γρήγορα το χέρι τους θα φτάσει εδώ. Θα ακούσεις νέα μου πιο γρήγορα απ' ότι και οι δύο θα θέλαμε.
Theodor, είσαι ένας άξιος άντρας και ένας ομόαιμος για τον οποίο με μεγάλη υπερηφάνεια αναφέρω ότι είναι τέκνο μου. Εφιστώ όμως την προσοχή σου, αλλά και όσων πιστεύεις ότι είναι άξιοι και θα ενδιαφέρονταν για τα νέα αυτά, τα οποία τόσο εύκολα μπορούν να γίνουν θλιβερά ή ανησυχητικά.

Με μεγάλη εκτίμηση και αμέριστο σεβασμό,
Helissente.

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2008

Γέφυρες

Βερολίνο, 1935
Στον πύργο

"Δεν είναι δυνατόν να μου έχουν ξεφύγει στοιχεία. Αυτός ο ιστός είναι άχρηστος!! Δεν γνωρίζω να υπάρχει κάτι άλλο που να μπορώ να κάνω. Δε βλέπω να υπάρχει.!"

Ανάμεσα από στοίβες βιβλίων ο Mathias κινήθηκε προς τη βιβλιοθήκη. Ίσως να υπήρχε κάποιος τόμος ακόμα που να μην τον είχε δει πριν. Ίσως η σκόνη να τον οδήγησε λάθος. Ήξερε αλλά δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι δεν υπήρχαν άλλα στοιχεία. Δεν έμεινε ευχαριστημένος όμως από όσα βρήκε και το μόνο που του ήταν εύκολο ήταν να θεωρήσει πως χρειάζεται και άλλη προσπάθεια. Αυτή τη στάση είχε όλη του τη ζωή. Από κάποιους θα μπορούσε να θεωρηθεί καταναγκασμός ή υπερβολή μια τόσο αυστηρή στάση, τόσο σφιχτή, χωρίς περιθώρια για λάθη ή παραλείψεις. Για τον ίδιο όμως ήταν απλά συνέπεια και αφοσίωση στους σκοπούς του. Ο πόλεμος τον βοήθησε να αναπτύξει αυτή του την πτυχή. Οι εντολές ακολουθούνταν κατά γράμμα. Η πειθαρχεία τον κράτησε ζωντανό. Η καταγραφή, η ταξινόμηση, η επιμονή τον έφεραν στη Νύχτα. Έπρεπε να φέρει το όποιο έργο του ανέθεταν εις πέρας και στην εντέλεια. Όχι μόνο για το καλό της πατριάς του, αλλά και γιατί δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι λιγότερο από το τέλειο.

Όμως αυτή του η εμμονή δεν τον άφηνε να δει και να ασχοληθεί με τα όσα συνέβαιναν μέσα στο κάστρο των Tremere. Του είπαν ότι δεν τον αφορά ακόμα και αυτό του αρκούσε. Η υπακοή και η καλή θέληση θα απέφερε καρπούς στο μέλλον. Κι όμως δεν μπορούσε να αγνοήσει ότι την είδε έξω από τον πύργο.
Δεν μπορεί να ήταν τυχαία εκεί. Με κάποιον θα είχε μια συνάντηση.
Αλλά από όλα τα μέλη της Κοινωνίας του Βερολίνου ήταν η τελευταία που θα περίμενε να δει τόσο κοντά στην επικράτεια των Tremere.
Ήταν ο Ldesku που συνάντησε;
Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος μιας και την είδε μόνη.

"Υπομονή Mathias. Υπομονή. Η υπακοή θα επιφέρει καρπούς. Πρέπει να αυξήσω τη μάζα αυτού του δείγματος."


Βερολίνο, 1935
Σε κάποιο δρόμο μέσα στην πόλη

Το καθήκον που της είχε ανατεθεί την έκανε να βαριέται, όμως ήξερε ότι ήταν στα πλαίσια του να είσαι τέκνο κάποιου. Πράγματα που θα έκανες για εσένα πρέπει να τα κάνεις και για το γεννήτορα σου. Μόρφασε προς στιγμή αλλά θυμήθηκε ότι κατά βάθος είναι ευγνώμων στη Δαλιδά. Της χρωστάει αρκετά. Πρώτα πρώτα αυτή τη νέα ύπαρξη. Δεν είναι σε θέση να μπορεί να εκμεταλλευτεί όλα τα προτερήματα της νύχτας ακόμα, αλλά κατάφερε να βγει από την ανία της καθημερινότητας. Είναι πιο όμορφη τώρα.. Και η νύχτα αλλά και αυτή. Ένα χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη της νεαρής γαλλίδας. Όχι τόσο ευτυχίας ή γαλήνης όσο συνειδητοποίησης. Συνειδητοποιούσε όχι τι είναι ικανή να κάνει, αλλά πού είναι ικανή να φτάσει. Πώς πλέον μπορεί να ερωτεύεται το ωραίο και πώς να κάνει το ωραίο να την ποθεί. Και το Βερολίνο θα μπορούσε να γίνει μια πολύ ωραία πόλη. Όμως δεν έπαυαν να την ενοχλούν πράγματα. Όπως η παρουσία αυτού του δούλου. Όποιο όνομα ή τίτλο να του έδωσε η Δαλιδά στα μάτια της νεαρής Alice, ο Anton παρέμενα ένα υποδουλωμένο όν το οποίο μάλιστα δεν είχε καν ελπίδα απελευθέρωσης ή την επιθυμία εξέγερσης.

«Anton σε παρακαλώ, περίμενε εδώ λίγο. Θέλω να περπατήσω λίγο αυτή τη γειτονιά μόνη.»

«Πιστεύετε ότι είναι ασφαλές, mademoiselle; Μήπως θα ήταν καλύτερο να έρθω μαζί σας; Θα είμαι πολύ διακριτικός.»

«Αγαπητέ μου φίλε, μπορεί να μην ξέρω πού μου πάνε τα τέσσερα, αλλά απ’ όσο μπορώ να καταλάβω είναι μία απλή γειτονιά. Ακόμα και αν είμαι νεαρή δεν παύει να ισχύει το γεγονός ότι έχω ανέβει στην τροφική αλυσίδα, άρα ακόμα και αν κινδυνεύσω θα καταφέρω να σε βρω για να με σώσεις και να νιώσεις σημαντικός στα μάτια της.» και λέγοντας αυτά ένα υστερικό γέλιο ήχησε στα στενά του Βερολίνου. Η ανία της βραδιάς της βγήκε χωρίς να το θέλει σε κακία. Ψάχνοντας καταφύγιο, έπρεπε να ανεχτεί και τις πονηριές των θνητών για να πουλήσουν, που τώρα τόσο εύκολα αντιλαμβανόταν, αλλά και τόσο γρήγορα βαριόταν. Όλη αυτή η ανία την έκανε να βγάλει μια μνησικακία στον συμπαθή κατά τα’ άλλα συνοδό της.

Είναι παρορμήσεις. Δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος. Με έχουν ενοχλήσει απλά όλα αυτά που συμβαίνουν. Με ενοχλεί που τον έχει υποχείριο της.. και είναι τόσο όμορφος- αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Γιατί ενώ η δυσαρέσκειά μου είναι με αυτή γιατί εκτονώνομαι σε κατώτερους; Πώς ξαφνικά βλέπω τους θνητούς πρόβατα; Και τι θέλουν τώρα αυτοί;

«Καλησπέρα σας, frauleine

Ας πάω καλύτερα προς τα πίσω. Alice περπάτα!!! «Καλησπέρα»

«Μήπως θα μπορούσαμε να σας απασχολήσουμε για λίγο;»

«Θα προτιμούσα όχι.» Δε μου αρέσει αυτό το χαμόγελο. Δεν ξέρω τι κρύβει αλλά σίγουρα κρύβει κάτι. Η νεαρή αν και τα τελευταία χρόνια της θνητής της ζωής αλλά και όσα ήταν στο κόσμο της νύχτας κατά κύριο λόγω παρατηρούσε, ανέλυε μοτίβα και κίνητρα, τώρα δεν κατάφερνε να δει τις προθέσεις των κυρίων, και μόνο στην αγωνία που την κυρίευε μπορούσε να αποδώσει την ανεπάρκεια αντίληψης.

«Παρακαλώ, μην απομακρύνεστε. Ζητούμε τη συνεργασία σας. Το να μας την αρνηθείτε θα οδηγήσει μόνο στο να την απαιτήσουμε.»

«Δεν είμαι υποχρεωμένη να σας βοηθήσω. Δεν είμαι πολίτης αυτής της χώρας.» ΤΡΕΧΑ!!

«Ούτε και καμίας άλλης όμως..»

Τα μάτια της κόντεψαν να βγουν από τις κόγχες τους. Το υπονοούμενο της φράσης του, ανοιχτό βιβλίο στα αυτιά της, πάγωσε το αίμα της.
«Antooooooooooooooooooooooooooon!! Τρέχαααα!!» και η ίδια έβαλε όλα όσα προσπάθησε να της μάθει η Δαλιδά σε εφαρμογή, όμως μάταια. Σταμάτησε.
«Αφήστε με ήσυχη. Δεν έχετε να κερδίσετε τίποτα από εμένα.» με μία περίσσια αυταρχισμού να πλημμυρίζει κάθε λέξη. Η ομορφιά της γέμιζε το χώρο και το βλέμμα θα μαγνήτιζε όποιον και αν βρισκόταν εκεί. Έχω την προσοχή τους μέχρι να έρθει ο Anton.

«Και όμως, frauleine, έχουμε πολλά να κερδίσουμε από εσάς. Οποιονδήποτε άλλον θα τον ψάξουν παραπάνω απ’ όσο θα θέλαμε. Για αυτό σταματήστε ότι είναι αυτό που κάνετε!»
Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα λεπτά πάγωσε. Ψέλλισε ένα «Πως;!» και μετά η κραυγή της η οποία πνίχτηκε ήταν το τελευταίο που ακούστηκε.
«Έρχεται και ο άλλος. Ετοιμαστείτε.!»



Βερολίνο, 1932

Στον περίβολο κάποιου σπιτιού στα προάστια

Η γυναίκα άρχισε να τρέχει. Έπρεπε να ξεφύγει. Δεν ήταν εχθρός τους αλλά ήταν επικίνδυνοι. Έτρεχε για να ειδοποιήσει για τα σχέδια τους. Τουλάχιστον το να γνωρίζουν όλες τις πιθανότητες και τα ενδεχόμενα θα τους έδινε ένα προβάδισμα. Αν αυτό που βρισκόταν ακόμα στα σκαριά γινόταν πραγματικότητα τότε το κακό που θα γινόταν θα ξεκίναγε από το Βερολίνο αλλά δε θα σταμάταγε εκεί σε καμία περίπτωση. Όλος ο κόσμος θα πλήρωνε για τα λάθη ή τις φιλοδοξίες, λογικές ή παράλογες, κάποιων ατόμων. Αυτοί δεν ήθελαν να το κάνει.

Οι δύο άντρες βγήκαν στον περίβολο του σπιτιού. Η γυναίκα δεν φαινόταν αρχικά πουθενά. Δεν άργησαν να τη δουν στο σκοτάδι ή να την ακούσουν τα ποδοβολητά από το τρέξιμό της ακόμα και αν ήταν πολλά μέτρα μακριά. Δεν μπορούσαν να της επιτρέψουν να φτάσει στον προορισμό της. Οι επιπτώσεις θα ήταν τρομακτικές. Κανείς δεν έπρεπε να μάθει αυτό το οποίο ήθελαν να επιτύχουν. Ο ένας από τους δύο τουλάχιστον. Ο ένας έτρεχε για να την σκοτώσει, ο άλλος για να τη σώσει και απλά να την κάνει να ξεχάσει. Ο πρώτος μέσα στην μανία του δεν κατάλαβε ότι ακόμα ένα άτομο βγήκε από το σπίτι τρέχοντας προς το μέρος τους για να βοηθήσει την κοπέλα. Ο δεύτερος αντιλήφθηκε την παρουσία του. Είδε το κοινό που τους συνέδεε. Δεν του δινόταν περιθώριο για να ικανοποιήσει τις ιδέες του περί σεβασμού της μοναδικότητας των πλασμάτων, υπερφυσικών ή μη. Έπρεπε να σκεφτεί τον τρόπο για να μειώσει τις απώλειες. Κάποιος θα πέθαινε σήμερα. Το θέμα ήταν ποιος και με ποιον τρόπο. Και αν ήταν τυχερός θα έβρισκε έναν τρόπο για να αποκτήσει έναν ακόμα σύμμαχο. Ίσως δύο.

Ο νεαρός βγήκε από το σπίτι. Αν και ο χειμώνας έφτανε ο ιδρώτας είχε λούσει το νέο ο οποίος έτρεχε σαν τρελός για να σώσει την αδερφή του ακόμα και αν ήταν σίγουρος ότι λίγα θα μπορούσε να κάνει ενάντια σε αυτό που έκανε την αδερφή του να τρέχει πανικόβλητη. Δεν μπορούσε να κάτσει άπραγος όμως. Ήταν ο πιο σημαντικός άνθρωπος στη ζωή του πλέον. Τους έβλεπε να έχουν φτάσει την κοπέλα. Η αδρεναλίνη τον έκανε να αντιδράσει ενστικτωδώς.
"ΜΗ! ΑΦΗΣΤΕ ΤΗΝ! ΣΚΟΤΩΣΤΕ ΕΜΕΝΑ!"

Οι άντρες γύρισαν και τον κοίταξαν. Η κοπέλα μισολιπόθυμη στηριζόταν στον κορμό ενός δέντρου. Ο τρόμος την είχε παραλύσει. Δεν είχε ιδέα τι ακριβώς είχε στο μυαλό του ο αδερφός της αλλά ό,τι κι αν φανταζόταν δεν είχε την παραμικρή σχέση με αυτό που πραγματικά έγινε.

Δεν κατάφερε να δει τίποτα. Ο αδερφός της κατάφερε να ανταλλάξει τον εαυτό του με αυτή. Την έσωσε. Και αυτή ενημέρωσε τα σωστά άτομα. Με τι κόστος όμως; Ήταν εκεί. Στο ίδιο σημείο. Μερικές μέρες αργότερα. Το μόνο όμως που μπορούσε να δει, όπου και να κοίταγε, σε όποιο κόσμο και να κοίταγε ήταν είτε το απόλυτο τίποτα ή τα κομμάτια ενός σπασμένου καθρέφτη. Κομμάτια τα οποία έπρεπε να φροντίσει να βρουν τη γαλήνη τους.

Τρίτη 12 Αυγούστου 2008

Αμαρτίες γονέων

Κωνσταντινούπολη, 1850
Κάπου στους υπονόμους

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 1850

Το βάρος της αλήθειας είναι αβάσταχτο. Δεν ξέρω πλέον τι πρέπει να κάνω, τι είναι σωστό και τι δίκαιο. Γιατί αυτό το παιδί, έστω και μετά από τόσα χρόνια να μην γνωρίζει την αλήθεια. Θα μπορέσει να αντέξει τη σκληρή αυτή αποκάλυψη; Είναι φρόνιμο μήπως να ακολουθήσω τις επιθυμίες αυτών που πλέον είναι στην αυλή και τη φροντίδα του Ύψιστου; Ειλικρινά είμαι σε πολύ μεγάλο δίλλημα.

Στις επιστολές που είχα με τον καλό μου φίλο όταν ακόμα ήταν εν ζωή μου είχε πει ξεκάθαρα ότι δεν έχει κουράγιο να αντικρίσει το επικριτικό βλέμμα από το γιο του σε περίπτωση που το μάθαινε. Δεν κατάφερα ποτέ να καταλάβω την απόφασή του αυτή. Ίσως να προσπαθούσε να εξιλεωθεί από τα κρίματά του μπροστά στα μάτια του Κυρίου και για αυτό να έβαλε τον εαυτό του σε ένα τέτοιο σιωπηλό μαρτύριο. Αν και έχουν περάσει χρόνια από τότε που θα μπορούσα έστω να υποθέσω πώς θα ένιωθε ένας γονιός, θα πρέπει να είναι σκληρό να συγκρατείσαι για να μην αγκαλιάσεις το παιδί σου. Όμως πήρε την απόφασή του και την ακολούθησε μέχρι τέλους.

Η μοίρα όμως του έπαιξε άσχημο παιχνίδι. Είδε το παιδί να μεγαλώνει, να γίνεται ένας ενάρετος νέος, να αγαπάει το Θεό και τις γραφές αλλά και τον κόσμο και το πώς αυτός λειτουργεί και τα όμορφα πράγματα τα οποίο ο άνθρωπος καταφέρνει εκφράζοντας την αγάπη και την ομορφιά του Κυρίου. Δεν κατάφερε ποτέ να του πει πόσο υπερήφανος ένιωθε για αυτόν. Όλα αυτά θα τα άντεχε αν δε γινόταν αυτό που φοβόταν ότι θα γίνει ακόμα και αν είχε προειδοποιηθεί.
Θα τιμήσω την επιθυμία του φίλου μου και δε θα πω κάτι. Δεν είναι δικό μου χρέος.

Ο Nosferatu σηκώθηκε και με αργά βήματα προχώρησε προς την έξοδο. Η νύχτα ήταν νέα ακόμα και είχε πολλά πράγματα να διευθετήσει. Αρκετή ώρα αφιέρωσε σε όχι τόσο ουσιαστικά θέματα, αν σκεφτεί κανείς ότι είχαν περάσει 1000 χρόνια από τότε που έπαψε να κατακλύζεται από συναισθήματα που δεν του άρμοζαν. Όχι σε κάποιον της θέσης του.

Στο τραπέζι έμειναν το τετράδιο του ανοιχτό δίπλα από έναν πάκο γράμματα. Ένα παρέμενε ανοιχτό..

"...πριν καν καταλάβω ότι είχε φύγει βρέθηκα με ένα μωρό και ένα σημείωμα.

«Φεύγω. Ελπίζω να βρεις συγχώρεση για τον εαυτό σου. Εγώ δεν μπορώ να σε συγχωρέσω. Σε αγάπησα και εσύ με αγνόησες χωρίς καμία εξήγηση. Δεν θα το ξεχάσω αυτό. Πριν έρθει η μέρα που θα σε δεχτεί στην αγκαλιά σου ο Κύριος θα σε βρω και πάλι. Να προσέχεις το παιδί. Αντίο»

Και ήρθε, φίλε μου. Μυστήριοι οι τρόποι του Κυρίου. Μπορεί να με πρόδωσε τελείως η όρασή μου, μπορεί και να έχασα τα λογικά μου, αλλά δεν πέρασε μέρα από πάνω της. Ήταν ακριβώς όπως τη θυμόμουν.

Φίλε μου, αυτό είναι το αντίο. Ο Κύριος με περιμένει.

Αντίο αγαπημένε μου φίλε, είθε να τα πούμε στους ουρανούς,

Μεθόδιος"



Λονδίνο, 1887


"Συγχώρεσε με αγαπητέ μου.
Γιε μου.. Γιε μου ειλικρινά ζητώ τη συγχώρεσή σου. Δεν θα μπορούσα να έχω κάνει αλλιώς. Έπρεπε να ακούσω τη φωνή της μοίρας μου.
Δεν έμαθες ποτέ για αυτά. Οι γονείς σου ήταν αρκετά έξυπνοι να σε μεγαλώσουν με τα βρετανικά πρότυπα. Αν δεν το είχαν κάνει η αντιμετώπιση που θα σού 'λαχε θα ήταν αυτή ενός υποτακτικού και όχι απλώς ενός άντρα με ινδικές ρίζες."

Τα λόγια αυτά, αλλά και αυτά που θα ακολουθούσαν τα άκουγαν μόνο οι λερωμένοι τοίχοι, τα πεταμένα στο πάτωμα βιβλία και το πτώμα ενός νεαρού άντρα. Ενός νεαρού βρετανού με ινδικές ρίζες.
Το φως ενός κεριού ήταν ό,τι χρειαζόταν αυτή η φιγούρα για να βλέπει που θα πατήσει στο πάτωμα ώστε να μην αφήσει αποτυπώματα στο αίμα του άτυχου νέου. Η φιγούρα κάθισε στο πάτωμα, κοντά στο κεφάλι του άντρα.

Έβαλε το κεφάλι του στην αγκαλιά της και το χάιδεψε τρυφερά, σαν τη μάνα η οποία στέλνει το αναστατωμένο από άσχημα όνειρα παιδί της ξανά στις ζεστές αγκάλες του Ορφέα. Με το χέρι της χτένισε τα αναστατωμένα μαλλιά του νεκρού άντρα, "Έχεις μια τέτοια ομορφιά που δεν πρέπει να την κρύβεις", και ξεκίνησε να τραγουδάει.

Η φωνή της γέμισε το χώρο. Ένα όμορφο αλλά θλιμμένο τραγούδι. Ένας αποχαιρετισμός από το θάνατο, ένα κατευόδιο της μητέρας στο παιδί της. Χωρίς να σταματήσει το τραγούδι της η γυναίκα σκούπισε τα δάκρυά της από το πρόσωπο του νέου.

"Για ακόμα μια φορά συγγνώμη γιε μου. Όσες φορές και να ζητήσω τη συγχώρεσή σου δε θα είναι αρκετό. Όμως τώρα θα επανέλθεις στη σαμσάρα. Θα γεννηθείς και πάλι, πιο όμορφος, πιο δυνατός. Γιατί είσαι ενάρετος νέος. Οι Θεοί θα είναι καλοί μαζί σου.
Έπρεπε να το κάνω. Δεν πρόλαβα τον πατέρα σου. Οι θεοί τον πήραν πριν τον βρω. Και αυτό μου τρυπάει την καρδιά μου. Τώρα θα βασανίζεται για όλες τις επόμενες ζωές του. Δεν μπορούσα να το επιτρέψω αυτό και για σένα. Σε λύτρωσα. Σου έδωσα την ευκαιρία να μην βασανιστείς εσύ. Δεν έχετε καμία ευθύνη εσείς για τα λάθη των προγόνων μου. Αυτοί αποφάσισαν να μυήσουν μια γυναίκα, και μάλιστα μια όχι τόσο σημαντική γυναίκα, ενώ είναι απαγορευμένο. Καταραμένοι να είναι! Όλοι τους.!
Και έτσι, γιε μου, όμορφε γιε μου, έμεινα εγώ να δω το λάθος τους. Έμελε να είναι ο σκοπός μου, το dharma μου. Πρέπει να εξαλείψω τη μόλυνση που έχω επιφέρει.
Βλέπεις, γι' αυτό σου ζητάω τόσες φορές συγγνώμη. Δεν το κατάλαβα νωρίς τι έπρεπε να κάνω και έχω πολλούς απογόνους. Δεν το τελείωσα νωρίς. Συγχώρεσε με. Ελπίζω ότι και οι υπόλοιποι θα βρουν την καλοσύνη να με συγχωρέσουν στις νέες τους ζωές.
Πες ότι άκουσες και στις ξαδέρφες σου από την Αμερική, αν ποτέ τις δεις. Ζούσαν κάποτε στη Βαλτιμόρη."

Η γυναίκα ακούμπησε απαλά το κεφάλι του νεαρού στο πάτωμα. Έσκυψε και τον φίλησε. Έβγαλε δύο ασημένια νομίσματα από την τσάντα της και τα έβαλε στην τσέπη του νεαρού.

"Για τον ψυχοπομπό, γιε μου. Καλό σου ταξίδι. Εύχομαι να σε ξαναδώ στην επόμενη ζωή μας. Καληνύχτα"

Η γυναίκα βγήκε στο δρόμο. Το ξημέρωμα έφτανε. Κοίταξε το χαρτί στο χέρι της. Είχε ακόμα ένα παιδί σε αυτήν την πόλη. Όμως έπρεπε να λάβει εξιλέωση για ό,τι έκανε. Είχε χρόνο μπροστά της. Σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα μάτια της προχώρησε.

Η φλόγα τρεμόπαιξε στο κερί και με ένα τελευταίο τρέμουλο έσβησε, αφήνοντας το δωμάτιο μέσα στο τρομακτικό ημισκόταδο του ξημερώματος.





Ρώμη, 1892

Αγαπητό μου ημερολόγιο,
Είμαι πολύ χαρούμενη. Επιτέλους θα πάω να δω τον μπαμπά μου. Η μαμά μου προχθες ήρθε και μου είπε ότι κατάφερε να μαζέψει αρκετά χρήματα για να αγοράσει δύο εισητήρια με το τρένο για να πάμε στο Παρίσι. Μετά θα πάρουμε μια άμαξα με δύο πολύ όμορφα άλογα για να πάμε στο Calais, γιατί το τρένο δε φτάνει μέχρι εκεί.
Μετά θα πάρουμε πλοίο για να περάσουμε τη θάλασσα, γιατί η Αγγλία είναι νησί. Φοβάμαι. Δεν έχω ανέβει ποτέ σε πλοίο. Αν έχει κύμματα; Θα κουνάει; Όμως η μαμά μου είπε ότι δεν πρέπει να φοβάμαι γιατι ακόμα και αν κουνάει είναι μικρό ταξίδι. Μετά θα φτάσουμε στο Dover και από εκεί θα πάρουμε ακόμα ένα τρένο για να πάμε στο Λονδίνο. Εκεί είναι ο μπαμπάς μου.
Δεν τον έχω γνωρίσει γιατι έπρεπε να πάει στο Λονδίνο πριν γεννηθώ για να γίνει γιατρός και να σώζει ζωές. Ο μπαμπάς μου είναι πολύ καλός άνθρωπός. Δεν φοβάται αρρώστιες και τέτοια. Κάνει τον κόσμο καλά. Η μαμά μου πολλές φορές κλαίει όταν μιλάει για αυτόν αλλά εγώ τη μαλώνω γιατί της λέω πως θα πρέπει να το λέει και να χαμογελάει γιατί ο μπαμπάς μου διάλεξε το δύσκολο για να βοηθάει τον κόσμο. Η μαμά λέει ότι ο μπαμπάς μάλλον δε παίρνει τα γράμματά μου γιατί όποτε έρχεται γράμμα από αυτόν η μαμά μου μού διαβάζει ότι τα ταχυδρομία στην Αγγλία δεν είναι τόσο καλά. Να φανταστείς αγαπητό μου ημερολόγιο το τελευταίο μου γράμμα είπε ο μπαμπάς ότι το έλαβε σκισμένο και δεν μπορούσε να διαβάσει τίποτα άλλο παρά το "Μπαμπάκα μου" που είχα πει στη μαμά να γράψει. Όμως τώρα θα του πω τα πάντα από κοντά. Μου είναι δύσκολο να γράφω. Είμαι σίγουρη ότι κάνω πολλά ορθογραφικά λάθη αλλά δεν πάω σε κανονικό σχολείο. Τα κορίτσια εδώ έχουν δάσκαλο στο σπίτι και αυτός που έχω δε μου αρέσει. Ο μπαμπάς μου θα μου μάθει να γράφω καλά. Ο μπαμπάς μου θα με πάρει αγκαλιά και θα με πάει βόλτες στα πάρκα του Λονδίνου. Ϊσως να με πάει να δω και το παλάτι. Έχουμε και εδώ παλάτι αλλά στο Λονδίνο θα είναι πιο ωραίο γιατί είναι και ο μπαμπάς μου εκεί.
Τώρα σε αφήνω γιατί πρέπει να κλείσω την τσάντα μου. Σε δύο ώρες πρέπει να είμαστε στο σταθμό του τρένου.

Αντίο, θα σου γράψω και στο ταξίδι για τα όμορφα τοπία που θα δω. Έχουμε μέρες μπροστά μας. Γεια σου.

Τρίτη 8 Ιουλίου 2008

Εκεί που η Δύση θα χωριστεί από την Ανατολή

Βερολίνο.
1944.

Μια πόλη στο κέντρο του κόσμου.
Όλοι έχουν το βλέμμα τους στραμμένο στην πρωτεύουσα της Γερμανίας.
Άλλοι για να ακολουθήσουν την επόμενη εντολή του Φύρερ, άλλοι προσμονώντας την καταστροφή του. Η μεγαλύτερη σύρραξη της ανθρωπότητας έχει χωρίσει τον κόσμο στα δύο.
Αυτό δε θα μπορούσε να μην επηρρεάσει και τα πλάσματα που ζούν κάτω από το λεπτό μανδύα της Νύχτας.

Οι θνητοί λένε ότι η οικογένεια είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας και ό,τι γίνεται στην κοινωνίας επηρεάζει και την οικογένεια. Το ίδιο συμβαίνει και στην κοινωνία των ανίερων πλασμάτων της νύχτας. Στην πόλη του Βερολίνου η κοινωνία των ομόαιμων θα ακολουθήσει τα γεγονότα και θα χωριστεί στα δύο. Όπως ο κόσμος.

Τα αρπακτικά μπορεί να υπερέχουν των προβάτων. Μπορούν να χειραγωγήσουν τους θνητούς, να εκμεταλλευτούν μέχρι και την τελευταία σταγόνα αξιοπρέπειας ενός θνητού. Μπορούν να ξυπνήσουν τα πάθη τους αλλά και τα πιο ζωώδη ένστικτά τους. Είναι σε θέση ακόμα να καθορίζουν τύχες εθνών και να γνωρίζουν τα πιο καλά φυλαγμένα μυστικά αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν παρά να προσαρμόζονται στις αλλαγές των καιρών τις οποίες οι θνητές κοινωνίες επιλέγουν και επιβάλλουν.
Έτσι η πολύ καλά φυλαγμένη από τη Μεταμφίεση κοινωνία των Ομόαιμων της Ευρώπης ακολουθεί μοιραία την αντίδραση των θνητών και στρέφει το βλέμμα της και την πορσοχή της στο Βερολίνο.


Ο κόσμος φαίνεται να χωρίζεται στα δύο αλλά σε δύο νέες παρατάξεις. Ο Πόλεμος φτάνει σε ένα τέλος, αλλά ένας άλλος πόλεμος αρχίζει. Ο Άξονας και οι Σύμμαχοι θα αντικατασταθούν.

Στην κοινωνία των βαμπίρ του Βερολίνου, η ανοχή στην απολυταρχία του Gustav Breidenstein έχει αρχίσει να ασθενεί με κύριο εκφραστή αυτής της δυσαρέσκειας το ίδιο του το Τέκνο, Wilhelm Waldburg.

Θα επαναληφθεί η ιστορία των θνητών στην κοινωνία των ομόαιμων; Θα αντικαταστήσουν οι δύο αντιμαχόμενοι Ventrue, τον Άξονα και τους Συμμάχους; Θα εκπροσωπήσουν τις νέες δύο αντιμαχόμενες πλευρές;

Η διαμάχη μεταξύ δύο γιγάντων έχει αρχίσει να διαφαίνεται στον ορίζοντα.
Και το Βερολίνο είναι το σημείο απ' όπου θα περάσει το πύρινο σύνορο. Ένα σύνορο που θα χωρίσει τον κόσμο.
Και ο ψυχρός πόλεμος αρχίζει.


Βερολίνο.
1935.
...