Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2008

Γέφυρες

Βερολίνο, 1935
Στον πύργο

"Δεν είναι δυνατόν να μου έχουν ξεφύγει στοιχεία. Αυτός ο ιστός είναι άχρηστος!! Δεν γνωρίζω να υπάρχει κάτι άλλο που να μπορώ να κάνω. Δε βλέπω να υπάρχει.!"

Ανάμεσα από στοίβες βιβλίων ο Mathias κινήθηκε προς τη βιβλιοθήκη. Ίσως να υπήρχε κάποιος τόμος ακόμα που να μην τον είχε δει πριν. Ίσως η σκόνη να τον οδήγησε λάθος. Ήξερε αλλά δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι δεν υπήρχαν άλλα στοιχεία. Δεν έμεινε ευχαριστημένος όμως από όσα βρήκε και το μόνο που του ήταν εύκολο ήταν να θεωρήσει πως χρειάζεται και άλλη προσπάθεια. Αυτή τη στάση είχε όλη του τη ζωή. Από κάποιους θα μπορούσε να θεωρηθεί καταναγκασμός ή υπερβολή μια τόσο αυστηρή στάση, τόσο σφιχτή, χωρίς περιθώρια για λάθη ή παραλείψεις. Για τον ίδιο όμως ήταν απλά συνέπεια και αφοσίωση στους σκοπούς του. Ο πόλεμος τον βοήθησε να αναπτύξει αυτή του την πτυχή. Οι εντολές ακολουθούνταν κατά γράμμα. Η πειθαρχεία τον κράτησε ζωντανό. Η καταγραφή, η ταξινόμηση, η επιμονή τον έφεραν στη Νύχτα. Έπρεπε να φέρει το όποιο έργο του ανέθεταν εις πέρας και στην εντέλεια. Όχι μόνο για το καλό της πατριάς του, αλλά και γιατί δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι λιγότερο από το τέλειο.

Όμως αυτή του η εμμονή δεν τον άφηνε να δει και να ασχοληθεί με τα όσα συνέβαιναν μέσα στο κάστρο των Tremere. Του είπαν ότι δεν τον αφορά ακόμα και αυτό του αρκούσε. Η υπακοή και η καλή θέληση θα απέφερε καρπούς στο μέλλον. Κι όμως δεν μπορούσε να αγνοήσει ότι την είδε έξω από τον πύργο.
Δεν μπορεί να ήταν τυχαία εκεί. Με κάποιον θα είχε μια συνάντηση.
Αλλά από όλα τα μέλη της Κοινωνίας του Βερολίνου ήταν η τελευταία που θα περίμενε να δει τόσο κοντά στην επικράτεια των Tremere.
Ήταν ο Ldesku που συνάντησε;
Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος μιας και την είδε μόνη.

"Υπομονή Mathias. Υπομονή. Η υπακοή θα επιφέρει καρπούς. Πρέπει να αυξήσω τη μάζα αυτού του δείγματος."


Βερολίνο, 1935
Σε κάποιο δρόμο μέσα στην πόλη

Το καθήκον που της είχε ανατεθεί την έκανε να βαριέται, όμως ήξερε ότι ήταν στα πλαίσια του να είσαι τέκνο κάποιου. Πράγματα που θα έκανες για εσένα πρέπει να τα κάνεις και για το γεννήτορα σου. Μόρφασε προς στιγμή αλλά θυμήθηκε ότι κατά βάθος είναι ευγνώμων στη Δαλιδά. Της χρωστάει αρκετά. Πρώτα πρώτα αυτή τη νέα ύπαρξη. Δεν είναι σε θέση να μπορεί να εκμεταλλευτεί όλα τα προτερήματα της νύχτας ακόμα, αλλά κατάφερε να βγει από την ανία της καθημερινότητας. Είναι πιο όμορφη τώρα.. Και η νύχτα αλλά και αυτή. Ένα χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη της νεαρής γαλλίδας. Όχι τόσο ευτυχίας ή γαλήνης όσο συνειδητοποίησης. Συνειδητοποιούσε όχι τι είναι ικανή να κάνει, αλλά πού είναι ικανή να φτάσει. Πώς πλέον μπορεί να ερωτεύεται το ωραίο και πώς να κάνει το ωραίο να την ποθεί. Και το Βερολίνο θα μπορούσε να γίνει μια πολύ ωραία πόλη. Όμως δεν έπαυαν να την ενοχλούν πράγματα. Όπως η παρουσία αυτού του δούλου. Όποιο όνομα ή τίτλο να του έδωσε η Δαλιδά στα μάτια της νεαρής Alice, ο Anton παρέμενα ένα υποδουλωμένο όν το οποίο μάλιστα δεν είχε καν ελπίδα απελευθέρωσης ή την επιθυμία εξέγερσης.

«Anton σε παρακαλώ, περίμενε εδώ λίγο. Θέλω να περπατήσω λίγο αυτή τη γειτονιά μόνη.»

«Πιστεύετε ότι είναι ασφαλές, mademoiselle; Μήπως θα ήταν καλύτερο να έρθω μαζί σας; Θα είμαι πολύ διακριτικός.»

«Αγαπητέ μου φίλε, μπορεί να μην ξέρω πού μου πάνε τα τέσσερα, αλλά απ’ όσο μπορώ να καταλάβω είναι μία απλή γειτονιά. Ακόμα και αν είμαι νεαρή δεν παύει να ισχύει το γεγονός ότι έχω ανέβει στην τροφική αλυσίδα, άρα ακόμα και αν κινδυνεύσω θα καταφέρω να σε βρω για να με σώσεις και να νιώσεις σημαντικός στα μάτια της.» και λέγοντας αυτά ένα υστερικό γέλιο ήχησε στα στενά του Βερολίνου. Η ανία της βραδιάς της βγήκε χωρίς να το θέλει σε κακία. Ψάχνοντας καταφύγιο, έπρεπε να ανεχτεί και τις πονηριές των θνητών για να πουλήσουν, που τώρα τόσο εύκολα αντιλαμβανόταν, αλλά και τόσο γρήγορα βαριόταν. Όλη αυτή η ανία την έκανε να βγάλει μια μνησικακία στον συμπαθή κατά τα’ άλλα συνοδό της.

Είναι παρορμήσεις. Δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος. Με έχουν ενοχλήσει απλά όλα αυτά που συμβαίνουν. Με ενοχλεί που τον έχει υποχείριο της.. και είναι τόσο όμορφος- αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Γιατί ενώ η δυσαρέσκειά μου είναι με αυτή γιατί εκτονώνομαι σε κατώτερους; Πώς ξαφνικά βλέπω τους θνητούς πρόβατα; Και τι θέλουν τώρα αυτοί;

«Καλησπέρα σας, frauleine

Ας πάω καλύτερα προς τα πίσω. Alice περπάτα!!! «Καλησπέρα»

«Μήπως θα μπορούσαμε να σας απασχολήσουμε για λίγο;»

«Θα προτιμούσα όχι.» Δε μου αρέσει αυτό το χαμόγελο. Δεν ξέρω τι κρύβει αλλά σίγουρα κρύβει κάτι. Η νεαρή αν και τα τελευταία χρόνια της θνητής της ζωής αλλά και όσα ήταν στο κόσμο της νύχτας κατά κύριο λόγω παρατηρούσε, ανέλυε μοτίβα και κίνητρα, τώρα δεν κατάφερνε να δει τις προθέσεις των κυρίων, και μόνο στην αγωνία που την κυρίευε μπορούσε να αποδώσει την ανεπάρκεια αντίληψης.

«Παρακαλώ, μην απομακρύνεστε. Ζητούμε τη συνεργασία σας. Το να μας την αρνηθείτε θα οδηγήσει μόνο στο να την απαιτήσουμε.»

«Δεν είμαι υποχρεωμένη να σας βοηθήσω. Δεν είμαι πολίτης αυτής της χώρας.» ΤΡΕΧΑ!!

«Ούτε και καμίας άλλης όμως..»

Τα μάτια της κόντεψαν να βγουν από τις κόγχες τους. Το υπονοούμενο της φράσης του, ανοιχτό βιβλίο στα αυτιά της, πάγωσε το αίμα της.
«Antooooooooooooooooooooooooooon!! Τρέχαααα!!» και η ίδια έβαλε όλα όσα προσπάθησε να της μάθει η Δαλιδά σε εφαρμογή, όμως μάταια. Σταμάτησε.
«Αφήστε με ήσυχη. Δεν έχετε να κερδίσετε τίποτα από εμένα.» με μία περίσσια αυταρχισμού να πλημμυρίζει κάθε λέξη. Η ομορφιά της γέμιζε το χώρο και το βλέμμα θα μαγνήτιζε όποιον και αν βρισκόταν εκεί. Έχω την προσοχή τους μέχρι να έρθει ο Anton.

«Και όμως, frauleine, έχουμε πολλά να κερδίσουμε από εσάς. Οποιονδήποτε άλλον θα τον ψάξουν παραπάνω απ’ όσο θα θέλαμε. Για αυτό σταματήστε ότι είναι αυτό που κάνετε!»
Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα λεπτά πάγωσε. Ψέλλισε ένα «Πως;!» και μετά η κραυγή της η οποία πνίχτηκε ήταν το τελευταίο που ακούστηκε.
«Έρχεται και ο άλλος. Ετοιμαστείτε.!»



Βερολίνο, 1932

Στον περίβολο κάποιου σπιτιού στα προάστια

Η γυναίκα άρχισε να τρέχει. Έπρεπε να ξεφύγει. Δεν ήταν εχθρός τους αλλά ήταν επικίνδυνοι. Έτρεχε για να ειδοποιήσει για τα σχέδια τους. Τουλάχιστον το να γνωρίζουν όλες τις πιθανότητες και τα ενδεχόμενα θα τους έδινε ένα προβάδισμα. Αν αυτό που βρισκόταν ακόμα στα σκαριά γινόταν πραγματικότητα τότε το κακό που θα γινόταν θα ξεκίναγε από το Βερολίνο αλλά δε θα σταμάταγε εκεί σε καμία περίπτωση. Όλος ο κόσμος θα πλήρωνε για τα λάθη ή τις φιλοδοξίες, λογικές ή παράλογες, κάποιων ατόμων. Αυτοί δεν ήθελαν να το κάνει.

Οι δύο άντρες βγήκαν στον περίβολο του σπιτιού. Η γυναίκα δεν φαινόταν αρχικά πουθενά. Δεν άργησαν να τη δουν στο σκοτάδι ή να την ακούσουν τα ποδοβολητά από το τρέξιμό της ακόμα και αν ήταν πολλά μέτρα μακριά. Δεν μπορούσαν να της επιτρέψουν να φτάσει στον προορισμό της. Οι επιπτώσεις θα ήταν τρομακτικές. Κανείς δεν έπρεπε να μάθει αυτό το οποίο ήθελαν να επιτύχουν. Ο ένας από τους δύο τουλάχιστον. Ο ένας έτρεχε για να την σκοτώσει, ο άλλος για να τη σώσει και απλά να την κάνει να ξεχάσει. Ο πρώτος μέσα στην μανία του δεν κατάλαβε ότι ακόμα ένα άτομο βγήκε από το σπίτι τρέχοντας προς το μέρος τους για να βοηθήσει την κοπέλα. Ο δεύτερος αντιλήφθηκε την παρουσία του. Είδε το κοινό που τους συνέδεε. Δεν του δινόταν περιθώριο για να ικανοποιήσει τις ιδέες του περί σεβασμού της μοναδικότητας των πλασμάτων, υπερφυσικών ή μη. Έπρεπε να σκεφτεί τον τρόπο για να μειώσει τις απώλειες. Κάποιος θα πέθαινε σήμερα. Το θέμα ήταν ποιος και με ποιον τρόπο. Και αν ήταν τυχερός θα έβρισκε έναν τρόπο για να αποκτήσει έναν ακόμα σύμμαχο. Ίσως δύο.

Ο νεαρός βγήκε από το σπίτι. Αν και ο χειμώνας έφτανε ο ιδρώτας είχε λούσει το νέο ο οποίος έτρεχε σαν τρελός για να σώσει την αδερφή του ακόμα και αν ήταν σίγουρος ότι λίγα θα μπορούσε να κάνει ενάντια σε αυτό που έκανε την αδερφή του να τρέχει πανικόβλητη. Δεν μπορούσε να κάτσει άπραγος όμως. Ήταν ο πιο σημαντικός άνθρωπος στη ζωή του πλέον. Τους έβλεπε να έχουν φτάσει την κοπέλα. Η αδρεναλίνη τον έκανε να αντιδράσει ενστικτωδώς.
"ΜΗ! ΑΦΗΣΤΕ ΤΗΝ! ΣΚΟΤΩΣΤΕ ΕΜΕΝΑ!"

Οι άντρες γύρισαν και τον κοίταξαν. Η κοπέλα μισολιπόθυμη στηριζόταν στον κορμό ενός δέντρου. Ο τρόμος την είχε παραλύσει. Δεν είχε ιδέα τι ακριβώς είχε στο μυαλό του ο αδερφός της αλλά ό,τι κι αν φανταζόταν δεν είχε την παραμικρή σχέση με αυτό που πραγματικά έγινε.

Δεν κατάφερε να δει τίποτα. Ο αδερφός της κατάφερε να ανταλλάξει τον εαυτό του με αυτή. Την έσωσε. Και αυτή ενημέρωσε τα σωστά άτομα. Με τι κόστος όμως; Ήταν εκεί. Στο ίδιο σημείο. Μερικές μέρες αργότερα. Το μόνο όμως που μπορούσε να δει, όπου και να κοίταγε, σε όποιο κόσμο και να κοίταγε ήταν είτε το απόλυτο τίποτα ή τα κομμάτια ενός σπασμένου καθρέφτη. Κομμάτια τα οποία έπρεπε να φροντίσει να βρουν τη γαλήνη τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: