Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009

What lies beneath..

Βερολίνο, Δεκέμβριος 1939
κάπου στο δάσος του Grunewald

Δεν ήξερε πού ήταν και τι θα αντίκριζε όταν θα έβγαινε, αλλά έπρεπε να φύγει από εκείνο το καταραμμένο μέρος. Η ανακούφιση που γέμισε την παγωμένη της καρδιά βλέποντας ότι η νύχτα δεν πλησίαζε στο τέλος της δεν άργησε να αντικατασταθεί από πανικό.

Δάσος.
Απέραντο, κατασκότεινο δάσος. Έφυγε από τη Χάρυβδη για να πέσει στη Σκύλα.

Κοντοστάθηκε και κρύφτηκε πίσω από κάτι θάμνους για να σκεφτεί την επόμενη της κίνηση. Δεν είχε καμία αίσθηση του χρόνου. Δεν ήξερε πόσο καιρό ήταν εκεί μέσα. Πόσο καιρό είχε υποφέρει ό,τι ήταν αυτό που έπρεπε να υποφέρει. Η επιβίωσή της ήταν το μόνο που την κρατούσε ζωντανή. Δεν καταλάβαινε τι της συνέβη.

Γιατί; Πότε; Πώς; ήταν κάποια από τα ερωτήματα που γύριζαν στο κεφάλι της. Όμως όλα αυτά μπορούσαν να περιμένουν.

"Πού διάολο είμαι;" σκεφτόταν ξανά και ξανά. Ήξερε ότι έπρεπε να φύγει από εκεί, αλλά η σκέψη ότι έπρεπε να μπει σε ένα άγνωστο δάσος και να αντιμετωπίσει το δεύτερο χειρότερο εχθρό ενός βαμπίρ μετά τον ήλιο την έκανε να περιμένει.
"Αν είναι να με βρουν εδώ, θα με βρουν και αργότερα. Άθλια κτήνη, λυκάνθρωποι."

Και τότε τα πάντα πάγωσαν για αυτήν. Δεν ήξερε πού είναι αλλά το χειρότερο ήταν ότι δε θυμόταν και από πού ήρθε. Ήξερε ότι την άρπαξαν αλλά από πού; Το άγχος άρχιζε να την κατακλύζει.
Από την πόρτα δίπλα της άκουγε τους διώκτες της να πλησιάζουν.
"Εγώ εκεί μέσα δεν ξαναπάω" και ανακάλεσε ότι θάρρος της απέμεινε και χάθηκε μέσα στο δάσος.

Με κάθε αίσθησή της ενισχυμένη, όπως τη βοηθούσε το άιμα της, είχε πλήρη αντίληψη του περίγυρού της αλλά ποτέ δεν μπορούσε να είναι σίγουρη. Οι φρίκες που έζησε ήταν το μόνο που την έκανε να αγνοεί τον τρόμο της.

Δεν ήξερε που πήγαινε. Όχι μέσα σε εκείνο το δάσος μόνο, γενικά.
Κάτι μου έκαναν. Δε θυμάμαι τίποτα από το παρελθόν μου. Ψυχραιμία..!

Στο βάθος άκουσε ένα όχημα. Κοκκάλωσε στη θέση της. Αφουγκράστηκε ξανά. "Ναι. Σίγουρα είμαι σε κάποιο δρόμο κοντά." Κοίταξε προς εκείνη την κατεύθυνση και δεν άργησε να δει τα φώτα κάποιου οχήματος που έμοιαζε με φορτηγό στην άκρη του δάσους. Δεν ηρέμησε όμως.
"Ο δρόμος δε σημαίνει τίποτα ασφαλές."


Και τότε άκουσε το γρύλισμα που ήθελε να μην ακούσει. Όχι εκείνη τη νύχτα. Δεν ήταν σίγουρη ότι μπορούσε να το αντιμετωπίσει. Είχε τραβήξει τόσα αλλά δεν μπορούσε να ξέρει αν είναι στις δυνάμεις της να αντιμετωπίσει έναν λυκάνθρωπο.

"ΤΡΕΧΑ" ακούστηκε μια φωνή στο μυαλό της και το έκανε.
Έτρεχε όπως ποτέ δεν είχε κάνει. Δεν την ένοιαζε τι ήταν μπροστά. Μόνο τι ήταν πίσω της. Σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να πέσει.

Ό,τι και αν περίμενε να βρεί, αυτό δεν συμπεριλάμβανε μια πόλη στην άκρη ενός τόσο πυκνού δάσους και όσο και να την άγχωνε το γεγονός ότι δεν είχε την παραμικρή ιδέα πού ήταν, δεν μπορούσε παρά να ευγνωμονεί το ότι δεν ήταν πλέον μέσα στο δάσος. Συνέχισε να τρέχει μέχρι να μην βλέπει πια το δάσος. Στάθηκε στη γωνία ενός δρόμου και κοίταξε πίσω της. Το μεγαλόπρεπο κάστρο της πόλης την έκανε προς στιγμή να ξεχαστεί.

"Σκέψου. Θυμήσου!"
Ήξερε τι ήταν και ποια ήταν, αν και αμφισβητούσε ακόμα και αυτό πλέον. Ήξερε τις δυνάμεις της. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα όμως που να την όριζε. Ούτε πατριά, ούτε γεννήτορα, ούτε καταγωγή.
"Rene θυμήσου!!" μονολόγησε. Ή μήπως δε με λένε Rene.

Κοίταξε στο λιμνάζων νερό παραδίπλα ενώ το φεγγάρι έβγαινε πίσω από τα σύννεφα. Είδε το είδωλό της και ένα ουρλιαχτό έσπασε τη σιγαλιά της νύχτας.

Στραμμένη προς τον τοίχο, με το πρόσωπό της καλυμμένο με τις παλάμες της, άκουσε το νεαρό άντρα να την πλησιάζει. Βάζοντας το μαντήλι να καλύπτει τα πάντα πέρα από τα μάτια της τον κοίταξε διαπεραστικά.
Βαμπίρ!!!

Δεν είχε απαντήσεις να δώσει. Δεν ήθελε να ακούσει ερωτήσεις. Όχι ακόμα.

Και χωρίς δεύτερη σκέψη άρχισε να τρέχει. Δεν άκουσε καν τα λόγια του άντρα. Τρεις λέξεις ηχούσαν μόνο στο μυαλό της- Rene, Annes και Alice. Και δεν ήξερε καν σίγουρα ποιο είναι το δικό της όνομα.

Βερολίνο, Δεκέμβριος 1939
στους δρόμους, αργά τη νύχτα

Ο Peter περπατώντας στους δρόμους της πόλης που είχε αναλάβει την προστασία και την τάξη της αναθεμάτιζε. Έβριζε θεούς και δαίμονες. Καταριόταν τη μητέρα του πρώτη απ' όλους.
"Ανόητη, δειλή! Πώς μπόρεσε;"
Αυτός ο μονόλογος δεν βοηθούσε όμως. Δεν έδινε απαντήσεις ή λύσεις. Και υπήρχαν τώρα τόσες αθώες ψυχές που αγωνιούσαν μέρα με τη μέρα.
Ως πότε ο παπάς θα χαλιναγωγεί το Κτήνος του;

Ο βομβαρδισμός είχε φέρει μεγάλη αναστάτωση στους άμοιρους εβραίους που προσπάθησε να κρατήσει ασφαλείς αλλά αδυνατούσε να βοηθήσει το Θεοδωρο και το Theodor καθώς το χάος που προκλήθηκε δεν του άφηνε χρόνο. Η πόλη τώρα, πιο πολύ από ποτέ ήταν ξέφραγο αμπέλι και τώρα έπρεπε να αποδείξει ότι δεν ήταν ανίκανος.

Οι σκέψεις του κινούνταν για πολύ ώρα μεταξύ των πρώην εργατών του και τη δικαιοσύνη που άρμοζε στη μητέρα του και διακόπηκαν από την απρόσμενη κραυγή. Τρόμος ή απόγνωση; Δεν τον απασχολούσαν οι αφορμές. Μόνο οι αιτίες.

Κινήθηκε προς το μέρος που άκουσε την κραυγή. "Πού αλλού; Προς το δάσος!"

Άδειοι δρόμοι. Στο βάθος μια φιγούρα, στηριγμένη σε έναν τοίχο. Πλησίασε.

"Frauleine, είστε καλά;" φώναξε ο νεαρός Ventrue για να δηλώσει την παρουσία του.
Η γυναίκα άρχισε να τρέχει.
Η αγανάκτησή του καλύφθηκε από τα βήματά του καθώς άρχισε να τρέχει πίσω της. Μπορεί να μην κατείχε τέτοιες δυνάμεις, όμως είχε μάθει πλέον πότε κάποιος εξέταζε συγκεκριμένα πράγματα με τέτοιο τρόπο, όπως τον κοίταξε εκείνη η αινιγματική γυναίκα. Και το σουλούπι της κάτι του θύμιζε.

Έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, όμως εκείνη του ξέφυγε.

Η απογοήτευσή του ήταν έκδηλη.
Ας είναι. Μια άλλη νύχτα.

Και χάθηκε μέσα στη σιωπή της νύχτας.
Μια σιωπή που μόνο οι περίπολοι των Ες- Ες διέκοπταν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: